Hit enter to search or ESC to close

Γράμος

    1. Γεωγραφική οριοθέτηση

      Από βόρεια, η οριοθέτηση ξεκινά από τα ελληνοαλβανικά σύνορα και την διπλανή περιοχή έρευνας του Βιτσίου – Πρεσπών (στο ύψος της Πτεριάς) και ακολουθεί την ισοϋψή των 800 μ., στις ανατολικές πλαγιές του όρους Γράμου ως την περιοχή του Νεστόριου. Από εκεί συνεχίζει ακολουθώντας το δρόμο Νεστορίου – Επταχωρίου, ο οποίος και χωρίζει νοητά τον όγκο του Γράμου από τον γειτονικό όγκο Βόιου και την υπόλοιπη οροσειρά της Βόρειας Πίνδου. Από το Επταχώρι κατεβαίνει στην κοίτη του Σαραντάπορου (όριο του Γράμου από την υπόλοιπη Πίνδο) και ακολουθεί προς τα δυτικά ξανά την ισοϋψή των 800 παράλληλα με την κοίτη, ώσπου να συναντήσει ξανά τα ελληνοαλβανικά σύνορα, τα οποία και ακολουθεί ως το αρχικό σημείο.

    2. Γενική περιγραφή

      Το ορεινό συγκρότημα του Γράμου, βόρεια απόληξη της οροσειράς της Πίνδου, απλώνεται στους Νομούς της Καστοριάς και των Ιωαννίνων, χωρίζοντας τη Δυτική Μακεδονία από την Ήπειρο και ταυτόχρονα την Ελλάδα από τη γειτονική Αλβανία. Υψώνεται μέχρι τα 2520 μ., αποτελώντας το τέταρτο ψηλότερο βουνό στην Ελλάδα. Στα νοτιοανατολικά ο ορεινός όγκος συνεχίζει με τα Όντρια και το Βόιο, το οποίο χωρίζεται από το Γράμο με τον ποταμό Σαραντάπορο.

      Γεωλογικοί Σχηματισμοί

      Κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση του τοπίου παίζει το ιδιαίτερο γεωλογικό υπόβαθρο της περιοχής, που με τη βοήθεια του νερού και του αέρα έχει δώσει μοναδικές διαμορφώσεις. Απότομες πλαγιές, βραχώδεις εξάρσεις, δίδυμες κορυφές, ηγεμονεύουν στο οπτικό τοπίο και δίνουν την αφορμή για τα περισσότερα τοπωνύμια.

      Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα Όντρια, στα νοτιανατολικά του Γράμου, πάνω από το χωριό Βράχος. Ο ασβεστόλιθος της περιοχής έχει διαμορφωθεί σε ένα τεράστιο, επίπεδο οροπέδιο, με μέγιστο υψόμετρο τα 1520 μ., περιβεβλημένο από απότομα πέτρινα «τοίχοι», που δίνουν την αίσθηση φρουρίου. Το νερό και η βλάστηση έχουν χαράξει στο μαλακό βράχο ένα περίπλοκο σύνολο από δολίνες και κοιλώματα, τα οποία με τη σειρά τους θα προσφέρουν καταφύγιο σε εκατοντάδες είδη φυτών και μικρών ζώων.

      Χλωρίδα & Βλάστηση

      Το ιδιαίτερο γεωλογικό υπόβαθρο, με πετρώματα σπάνια όπως του σερμπεντίνη, το υγρό κλίμα και κυρίως η απομόνωση των ορεινών αυτών περιοχών έχουν διαμορφώσει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα χλωρίδα. Ο χλωριδικός κατάλογος, χωρίς να είναι σίγουρα εξαντλητικός, περιλαμβάνει 487 κατηγορίες (είδη, υποείδη και ποικιλίες). Δεκάδες από αυτά είναι σπάνια ή σημαντικά, ενώ 21 είναι ενδημικά του Γράμου, της Βόρειας Πίνδου ή της ευρύτερης ορεινής περιοχής.

      Η βλάστηση αυτή απλώνεται σε μια μεγάλη ποικιλία διαφόρων τύπων οικοτόπων, ανάμεσα στους οποίους αξίζει να σημειώσουμε σίγουρα τα αλπικά λιβάδια, τους πέτρινους σχηματισμούς και τις υδατοσυλλογές που βρίσκονται σπαρμένες σε όλη την έκταση.

      Η δασική βλάστηση διακρίνεται σε τέσσερις βασικές ζώνες στη βλάστηση του Γράμου. Χαμηλά, η παραποτάμια βλάστηση κατά μήκος των ρεματιών και των κοιλάδων, η οποία μπορεί να πάρει και τη χαρακτηριστική μορφή «στοάς» με κυρίαρχα τα σκλήθρα (Alnus) και τις ιτιές (Salix). Σε κάποιες χαράδρες αναπτύσσονται και ιδιαίτεροι συνδυασμοί απαιτητικών φυλλοβόλων, όπως σφενδάμια (Acer), φτέλιες (Ulmus), φλαμουριές (Tilia cordata) και ιπποκαστανιές (Aesculus hippocastanum).

      Ψηλότερα αναπτύσσεται η ζώνη της δρυός, κυρίως με Quercus trojana, που σχηματίζει θαμνώνες ή χαμηλά δάση μικτά με άλλα φυλλοβόλα. Πάνω από τα 1000 μ., συναντάμε τα πυκνά δάση που κυριαρχεί η Μαύρη Πεύκη (Pinus nigra), η Οξιά (Fagus sylvatica) και η Ελάτη (Abies borisii – regis), αφήνοντας όμως χώρο και για το Ρόμπολο (Pinus leucodermis).

      Οι περιοχές που βρίσκονται πάνω από τα 1500 μ. και καλύπτονται πολλούς μήνες το χρόνο από χιόνι, σχηματίζουν εκτενή αλπικά λιβάδια, πολύτιμους θερινούς βοσκότοπους αλλά και πολύτιμα καταφύγια σπάνιας ποώδους χλωρίδας. Η παρατεταμένη μάλιστα καλοκαιρινή ανθοφορία των αλπικών κατοίκων, δημιουργεί μια αίσθηση άνοιξης στην καρδιά ακόμα του καλοκαιριού.

      Πανίδα

      Στα δάση του Γράμου απαντώνται σταθεροί πληθυσμοί πολλών μεγάλων θηλαστικών: Βίδρες (Lutra lutra) – «δείκτες» της καθαρότητας των ρεμάτων της περιοχής, λύκοι (Canis lupus), αγριόγατες (Felix sylvestris), ζαρκάδια (Capreolus capreolus), αγριογούρουνα (Sus scrofa) και άλλα μικρότερα. Στα υπαλπικά λιβάδια, στις πλέον απόκρημνες βραχώδεις ή δασωμένες πλαγιές, βρίσκουν επίσης καταφύγιο μικρά κοπάδια Αγριόγιδου (Rupicapra rupicapra balcanica), αυτού του σπάνιου οπληφόρου των βαλκανικών βουνών. Τα μόνα που φαίνεται να έχουν χαθεί από την περιοχή είναι τα ελάφια, και οι λύγκες, το μεγάλο αιλουροειδές της Ευρώπης.

      Ανάμεσα στην πανίδα των θηλαστικών ξεχωρίζει αναμφίβολα η Αρκούδα (Ursus arctos), η παρουσία της οποία αποτέλεσε και βασικό λόγο ένταξης της περιοχής στο Δίκτυο Natura 2000. Οι έρευνες που έγιναν στην περιοχή, με καταγραφή βιοδηλωτικών ιχνών, ραδιοπαρακολούθηση και αυτόματη φωτογράφηση έδειξαν έναν πληθυσμό 20 περίπου ατόμων. Ιδιαίτερα το πρόγραμμα τηλεμετρίας υπέδειξε τις σημαντικές περιοχές με παρουσία της αρκούδας σε ευαίσθητες φάσεις του ετήσιου κύκλου της και βοήθησε στις προτάσεις για τη ζώνωση της περιοχής.

      Ο πληθυσμός αυτός συνδέεται με τον κεντρικό υποπληθυσμό της Πίνδου και της Δυτικής Μακεδονίας, αλλά και με ένα μικρότερο υποπληθυσμό στο αλβανικό τμήμα του συμπλέγματος, το Όρος Μοράβα. Τρέφεται κυρίως με καρπούς οπορωφόρων δέντρων (κερασιές, κορομηλιές, δαμασκηνιές) αλλά και αγριοτριανταφυλλιάς, οξιάς και βελανιδιάς. Εξίσου σημαντικό μέρος της διατροφής της είναι ποώδη φυτά, ακόμα και καλλιεργούμενα δημητριακά, αλλά και μυρμήγκια και άλλα έντομα. Συνολικά, 89% της τροφής της είναι φυτικής και μόνο 11% ζωικής προέλευσης.

      142 είδη πουλιών, αριθμός μεγάλος για μια καθαρά ορεινή περιοχή, συμπληρώνουν την πανίδα του Γράμου. Ανάμεσα τους ξεχωρίζουν 21 αρπακτικά πουλιά, όπως το σπάνιο Διπλοσάινο (Accipiter gentiles), ο Λιβαδόκιρκος (Circus pygargus) και το Μαυροκιρκίνεζο (Falco vespertinus), ο Χρυσαετός (Aquila chrysaetus) και ο Σταυραετός (Hieraaetus pennatus), ακόμα ο μικρός γύπας Ασπροπάρης (Neophron percnopterus).

      Τα ποτάμια της περιοχής φιλοξενούν ακόμα πληθυσμούς από 15 είδη ψαριών: πέστροφες, τσιρώνια, γουρουνομύτες, γυφτόψαρα, χέλια κα.

      Υδάτινοι πόροι

      Στα αλπικά λιβάδια έχουμε την ευκαιρία να δούμε και τις σπάνιες για τα ελληνικά βουνά αλπικές λίμνες της περιοχής: τη Μουτσάλια, στα 1730 μ., στην Επάνω Αρένα και τη Γκίστοβα, ή Αλπική Λίμνη Γράμου, κοντά στις κορυφές του βουνού, στα 2350 μ., ψηλότερα από κάθε άλλη ορεινή λίμνη στην Ελλάδα. Οι αλπικές λίμνες κάτω από τις απότομες κορυφές και ανάμεσα σε εκτενή, υπαλπικά λιβάδια διατηρούν νερό όλο το χρόνο, και συνθέτουν ένα ριζικά διαφορετικό τοπίο που εντυπωσιάζει βαθειά κάθε επισκέπτη. Προσφέρουν όμως και ενδιαίτημα σε μια εξίσου ιδιαίτερη πανίδα, όπως είναι τα τρία είδη των τριτώνων (Triturus cristatus ή λοφιοφόρος, T. Αlpestris ή αλπικός και T. Vulgaris ή κοινός), των «ψαριών με τα πόδια».

      Από τα υπαλπικά λιβάδια και τις κοιλάδες κάτω ακριβώς από τις κορυφές του Γράμου πηγάζει και ο Αλιάκμονας μέσα από ένα δίκτυο μικρών χειμάρρων που χαράσσει την επιφάνεια των λιβαδιών. Παρακάτω θα συνεχίζει την πορεία του διαδοχικά από την κοιλάδα της Γράμουστας, το εντυπωσιακό φαράγγι Καταφίκι, και συνεχίζει ανάμεσα από δασωμένες πλαγιές, παραποτάμια δάση και εγκαταλειμμένους οικισμούς μέχρι να φτάσει στην κοιλάδα του Νεστορίου. Στη νότια πλευρά του βουνού, πηγάζει αντίστοιχα ο Σαραντάπορος, παραπόταμος του Αωού.

      Ιστορία – οικονομία

      Τα βουνά αυτά φιλοξένησαν για αιώνες διαφορετικές φυλές, γλώσσες, θρησκείες και τέχνες. Ψηλότερα στο βουνό, οι κοινότητες των βλάχων, αρχικά κτηνοτροφικές, εξελίχθηκαν σε κέντρα εμπορίου, βιοτεχνίας και πολιτισμού. Κοντά τους, ανέβαιναν με τα κοπάδια τους Αρβανιτόβλαχοι και Σαρακατσάνοι. Νοτιανατολικά, τα χωριά των μουσουλμάνων και των αλβανών μπέηδων και τα μαστοροχώρια του Σαραντάπορου, γνωστά για τους μαστόρους της πέτρας «που έχτισαν τον κόσμο». Ακόμα, χωριά σλαβόφωνα κοντά στην σημερινή μεθόριο, αλλά και χωριά των προσφύγων που προστέθηκαν μετά τις ανταλλαγές του ’24.

      Οι αιώνες συμβίωσης διακόπηκαν από τους μεγάλους πολέμους του 20ου αιώνα, τους δύο Παγκόσμιους, τους Βαλκανικούς και τον Εμφύλιο. Η ανταλλαγή πληθυσμών και τέλος η μετανάστευση και η αστυφιλία ερήμωσαν σχεδόν όλα τα χωριά, αφήνοντας μόνο λίγα κέντρα, όπως το Νεστόριο. Μετά ιδιαίτερα τις δεκαετίες του ’40 και του ’60, η περιοχή θα χάσει τα 2/3 των κατοίκων της.

      Στα ορεινά, βασική χρήση της γης παραμένει η δασική εκμετάλλευση, που αφορά το 48% της έκτασης και που γίνεται – συνήθως – με αειφορικό τρόπο. Ειδικά τα δάση των ψηλών κωνοφόρων διακρίνονται για την υψηλή παραγωγικότητά τους, που αφήνει ένα σημαντικό εισόδημα στην περιοχή. Η υπόλοιπη έκταση μοιράζεται πρωτίστως στην ορεινή κτηνοτροφία – ο περιορισμός της οποίας οδήγησε στη φυσική αναδάσωση πολλών αποψιλωμένων προπολεμικά εκτάσεων, αλλά στέρησε από την άγρια πανίδα τη βασική πηγή διατροφής της – και δευτερευόντως στην γεωργία, κυρίως σιτηρών.

    3. Εγκαταλελειμμένοι και φθίνοντες οικισμοί

      Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 2011, εντός της περιεγραμμένης περιοχής υπάρχουν οι παρακάτω οικισμοί με λιγότερους από 50 κατοίκους:

      Επ/δο α/α Κωδικός Καλ/άτη Περιγραφή Μόνιμος Πληθυσμός
      5 3730 1601 ΔΗΜΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ (Έδρα: Καστοριά,η)  
      6 3819 160109 ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΜΕΣΟΠΟΤΑΜΙΑΣ  
      7 3830 16010905 Τοπική Κοινότητα Πτεριάς  
      8 3831 1601090502 Ακόντιον,το 0
      5 3834 1602 ΔΗΜΟΣ ΝΕΣΤΟΡΙΟΥ (Έδρα: Νεστόριον,το)  
      6 3857 160201 ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΝΕΣΤΟΡΙΟΥ  
      7 3862 16020101 Τοπική Κοινότητα Νεστορίου  
      8 3864 1602010103 Γιαννοχώρι,το 0
      8 3865 1602010104 Λειβαδοτόπι,το 15
      8 3866 1602010105 Μονόπυλο,το 0
      8 3868 1602010106 Πεύκος,ο 18
      8 3869 1602010107 Στενά,τα 1
      8 3870 1602010108 Τρίλοφος,ο 6
      6 3835 160202 ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΑΚΡΙΤΩΝ  
      7 3836 16020201 Τοπική Κοινότητα Διποταμιάς  
      8 3838 1602020102 Καλή Βρύση,η 0
      8 3839 1602020103 Μεσόβραχον,το 6
      7 3842 16020203 Τοπική Κοινότητα Πολυανέμου  
      8 3843 1602020301 Πολυάνεμον,το 11
      7 3844 16020204 Τοπική Κοινότητα Χιονάδου  
      8 3845 1602020401 Χιονάτον,το 118
      6 3854 160204 ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΓΡΑΜΟΥ  
      7 3855 16020401 Τοπική Κοινότητα Γράμου  
      8 3856 1602040101 Γράμος,ο 18
      5 4744 1806 ΔΗΜΟΣ ΚΟΝΙΤΣΑΣ (Έδρα: Κόνιτσα,η)  
      6 4751 180601 ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΟΝΙΤΣΑΣ  
      7 4763 18060106 Τοπική Κοινότητα Αμαράντου  
      8 4764 1806010601 Αμάραντος,ο 44
      6 4807 180604 ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΜΑΣΤΟΡΟΧΩΡΙΩΝ  
      7 4808 18060402 Τοπική Κοινότητα Ασημοχωρίου  
      8 4809 1806040201 Ασημοχώριον,το 42
      7 4812 18060404 Τοπική Κοινότητα Γοργοποτάμου  
      8 4813 1806040401 Γοργοπόταμος,ο 29
      7 4822 18060409 Τοπική Κοινότητα Οξυάς  
      8 4824 1806040901 Οξυά,η 18
      7 4831 18060412 Τοπική Κοινότητα Χιονάδων  
      8 4832 1806041201 Χιονάδες,οι 42

      Σε αυτούς, προσθέσαμε με βάση παρατηρήσεις και φωτοερμηνεία τους εξής εγκαταλελειμμένους οικισμούς

      • Παλιά Κοτύλη (Δ. Νεστορίου, Τ.Κ. Κοτύλης)
      • Γλυκονέρι (Δ. Νεστορίου, Τ.Κ. Κοτύλης)
      • Λιανοτόπι (Δ. Νεστορίου, Τ.Κ. Νεστορίου)
      • Περιστερά (Δ. Νεστορίου, Τ.Κ. Νεστορίου)
      • Λυκορράχη (Δ. Κόνιτσας, Τ.Κ. Κεφαλοχωρίου)

Οριοθέτηση περιοχής έργου

Καθώς το έργο στηρίζεται στην προσέγγιση του τοπίου, η οριοθέτηση έγινε με βάση τον προαναφερόμενο ορισμό του τοπίου, δηλαδή το τμήμα μιας περιοχής την οποία το ανθρώπινο μάτι συνθέτει σε μία ενιαία εικόνα συμπεριλαμβάνοντας όλα τα αντικείμενα που περιέχονται στην περιοχή αυτή και κατά συνέπεια σε αυτό που αντιλαμβάνονται και βιώνουν οι επισκέπτες μιας περιοχής. Έτσι:

  • Ως 1ο επίπεδο (στενή περιοχή) υλοποίησης του έργου, ορίστηκε η κοιλάδα της Παλιάς Κοτύλης, η οποία και περιλαμβάνει τον αντίστοιχο οικισμό. Περιμετρικά και ειδικότερα στη βόρεια, βορειο-δυτική και νοτιο-δυτική πλευρά, η οριοθέτηση ακολουθεί την κορυφογραμμή (οριοδείκτης), με βάση τις διαθέσιμες ισοϋψεις. Στην ανατολική πλευρά, δηλαδή στην είσοδο της κοιλάδας, η χάραξη έγινε με τρόπο ώστε να διατηρεί καλύτερα την ενιαιότητα του τοπίου. Έκταση: 506,055

 

  • Ως 2ο επίπεδο (ευρεία περιοχή) υλοποίησης του έργου, ορίστηκε το άνω τμήμα της λεκάνης απορροής του Σαραντάπορου που βρίσκεται στην ορεινή ενότητα του Γράμου – Βόιου. Το μεγαλύτερο μέρος (δυτικά και κεντρικά) καταλαμβάνεται από την κοιλάδα των οικισμών Μυροβλήτης – Πευκόφυτο – Χρυσή και οριοθετείται από την κορυφογραμμή των όγκων «Αρένες». Στα ανατολικά βρίσκεται η κοιλάδα της Κοτύλης και στα βόρεια οριοθετείται από την κορυφογραμμή με υψηλότερη κορυφή τον «Πύργος Κοτύλης». Περιμετρικά και ειδικότερα στη βόρεια, βορειο-δυτική και νοτιο-δυτική πλευρά, η οριοθέτηση ακολουθεί την κορυφογραμμή (οριοδείκτης), με βάση τις διαθέσιμες ισοϋψεις. Στην ανατολική πλευρά, η χάραξη έγινε με τρόπο ώστε να διατηρεί καλύτερα την ενιαιότητα του τοπίου. Έκταση: 11.758,450

Εικ. 28 Η στενή και ευρεία περιοχή υλοποίηση του έργου, εντός της ενότητας το Γράμου

Διοικητικά, η περιοχή αυτή ανήκει στο μεγαλύτερο μέρος της στην Περιφερειακή Ενότητα Καστοριάς, Δήμο Νεστορίου, Κοινότητες Νεστορίου, Κοτύλης, Χρυσής, Επταχωρίου, ενώ ένα μικρό τμήμα στα δυτικά στην Περιφερειακή Ενότητα Ιωαννίνων, Δήμο Κόνιτσας, Κοινότητα Αετομηλίτσας.

Υδρολογικά, στο σύνολό της ανήκει στη λεκάνη απορροής του Αώου και συγκεκριμένα του Σαραντάπορου, παραπόταμου του Αώου.

Εικ. 2 Διοικητική υπαγωγή της περιοχής του έργου

Τμήμα της ευρείας περιοχής, έκτασης 5.267,36 ha (περ. το 45%), ανήκει στην Περιοχή του Δικτύου Natura 2000 με Κωδικό GR1320002 «Κορυφές Όρους Γράμου».