Hit enter to search or ESC to close

Γενική περιγραφή

Το βουνό Γράμμος αποτελεί ένα ορεινό συγκρότημα στα σύνορα Ηπείρου, Δ. Μακεδονίας και Αλβανίας με υψόμετρό που κυμαίνεται  από 600μ. έως 2520 μ.

Ο κύριος κορμός του αποτελείται από μια ορεογραμμή κατά μήκος των Ελληνοαλβανικών συνόρων που με κατεύθυνση (Ν-ΝΔ) – (Β-ΒΑ) διέρχεται από τις κορυφές: Μαρία, Καμενίκ (2041μ), Γκόλιο (1936μ), 2169μ, Μαύρη Πέτρα (2431μ), 2520μ, Σακκούλι (2412μ), Μπαταρός (2030μ). Το κεντρικό του τμήμα κατέχουν οι κορυφές Περήφανο (2442μ), Κιάφα (2398μ), Σούφλικας (2140μ) ενώ στα ανατολικά δεσπόζουν οι Επάνω (2192μ) και Κάτω Αρένες (2075μ).

Από την πλευρά της Μακεδονίας, στις ανατολικές όχθες του Σαραντάπορου αναπτύσσεται, σ΄ όλο το μήκος του άνω ρου του, το Βόιον όρος με μια επιμήκη κορυφογραμμή που κυμαίνεται στο υψόμετρο των 1.800 μέτρων, σε νοτιοανατολική κατεύθυνση.

Τα ρέματα και τα μικρά ποτάμια στο νότιο και ανατολικό τμήμα του βουνού σχηματίζουν τον ποταμό Σαραντάπορο, παραπόταμο του Αώου, που αποτελεί και το φυσικό όριο του από τα γειτονικά βουνά: του Βοίου και του Σμόλικα με τις προεκτάσεις του (Ταμπούρι, Γύφτισσα). Τα ρέματα του βόρειου τμήματος χύνονται στον Αλιάκμονα. Το πλούσιο σε βροχοπτώσεις και χιονοπτώσεις κλίμα της περιοχής (ο μέσος όρος του δείκτη βροχοπτώσεων ξεπερνά κατά τόπους τα 2.000 χιλιοστά ετησίως), τροφοδοτεί με άφθονα όμβρια αλλά και πηγαία ύδατα τους δυο μεγάλους ποταμούς, τα ρυάκια και τους χειμάρρους της.

Με την πάροδο του χρόνου, οι δυο παραπάνω ποταμοί διαμόρφωσαν δυο ευρύτατες ορεινές κοιλάδες με φυσικά χαρακτηριστικά τέτοια που συνιστούν τις καταλληλότερες συνθήκες επιβίωσης του ανθρώπου, ευνοώντας και τη μόνιμη εγκατάστασή του. Οι γύρω από τον Γράμμο ορεινοί σχηματισμοί, τόσο από την πλευρά της Αλβανίας όσο και της Ελλάδας, διαμορφώνουν ουσιαστικά έναν ενιαίο φυσικό χώρο με όμοια γεωγραφικά χαρακτηριστικά, ο οποίος λειτούργησε και ιστορικά  ως μία ενότητα.

Ως προς τη βλάστηση, η εικόνα του Γράμμου, συντίθεται από τέσσερις μεγάλες οριζόντιες ζώνες που είναι αρκετά ευδιάκριτες ακόμα και σε μη ειδικούς. Οι ζώνες αυτές είναι οι ακόλουθες:

Το φυσικό περιβάλλον της περιοχής είναι, ως επί το πλείστον, δασογενές. Οι δασοσκεπείς εκτάσεις (πλήρως και μερικώς καθώς και οι θαμνώνες) καλύπτουν περίπου το 62% του χώρου, οι χορτολιβαδικές το 26%, οι γεωργικές – αγροτικές εκτάσεις το 7,5 %, ενώ οι υπόλοιπη έκταση καλύπτεται κυρίως από άγονες βραχώδεις εκτάσεις, οικισμούς – υποδομές κ.λπ. Στον ακόλουθο πίνακα δίνονται οι μορφές εδαφοκάλυψης σύμφωνα με την δασική ανάλυση.

Γεωλογία

Στην περιοχή απαντώνται οι εξής γεωλογικοί σχηματισμοί:

Ο φλύσχης της ζώνης της Πίνδου και οι συνδεόμενες με αυτόν λιθογραφικές ενότητες.

Οφιόλιθοι και τα συνδεόμενα με αυτούς πετρώματα της υποπελαγονικής ζώνης

Τεταρτογενείς σχηματισμοί

Οι ασβεστόλιθοι είναι πλούσιοι σε απολιθώματα.

Στην περιοχή υπάρχουν έντονα φαινόμενα διάβρωσης που οφείλονται κυρίως στην φύση των πετρωμάτων κυρίως του φλύσχη και δευτερευόντως στους οφιόλιθους.

Κλίμα

Το κλίμα της περιοχής είναι ορεινό με χαρακτηριστικά που προσδιορίζονται κυρίως από το μεγάλο υπερθαλάσσιο ύψος. Η μέση ετήσια θερμοκρασία κυμαίνεται μεταξύ 8ο και 12οC, ανάλογα με την υψομετρική ζώνη. Η μέση ετήσια ελάχιστη θερμοκρασία παρατηρείται τον Ιανουάριο και η αντίστοιχη μέγιστη τον Αύγουστο. Το φθινόπωρο είναι θερμότερο από την άνοιξη.

Το ετήσιο ύψος βροχής είναι 800-2200 χιλιοστά. Οι βροχερότεροι μήνες είναι ο Νοέμβριος και ο Δεκέμβριος και οι σχετικά ξηρότεροι ο Ιούλιος και ο Αύγουστος. Περίοδος απόλυτης ξηρασίας είναι πρακτικά ανύπαρκτη.

Η περιοχή χαρακτηρίζεται από μεγάλο ετήσιο ύψος βροχής, πολύ σημαντικής ραγδαιότητας. Η προέλευση της βροχής είναι ορεογραφική και υφίσταται έντονη επίδραση από το ανάγλυφο.

Το χιόνι υφίσταται κι αυτό έντονη επίδραση από το ανάγλυφο και  καλύπτει το έδαφος  7 – 9 μήνες το χρόνο, ιδίως στις περιοχές μεγάλου υψομέτρου της Β. Πίνδου. Το καλοκαίρι είναι δροσερό και ο χειμώνας δριμύς και μεγάλης διάρκειας (7 – 10 μήνες). Η οικολογικά ξηρή περίοδος είναι πολύ μικρή, τείνει δε να εξαφανιστεί στις υψηλές περιοχές, όπου η κατανομή των βροχοπτώσεων κατ’ έτος είναι σχεδόν ομοιόμορφη.

Χλωρίδα

Το ορεινό σύμπλεγμα του Γράμμου παρουσιάζει μεγάλο βοτανικό ενδιαφέρον με χλωρίδα πλούσια σε είδη που είναι είτε τοπικά ή ελληνικά ενδημικά, είτε κρίνονται ως σημαντικά λόγω της σπανιότητάς τους και του καθεστώτος διατήρησής τους.

Από τις μέχρι σήμερα υπάρχουσες καταγραφές και βιβλιογραφικές αναφορές, προκύπτει ένας χλωριδικός κατάλογος της περιοχής που περιλαμβάνει 486 taxa (είδη, υποείδη και ποικιλίες). Τα 486 χλωριδικά taxa ανήκουν σε 63 συνολικά οικογένειες με πλουσιότερα αντιπροσωπευόμενες τις εξής :

Σε αυτόν συμπεριλαμβάνονται 45 taxa τα οποία κρίνονται ως σημαντικά καθώς ανήκουν σε καταλόγους που αποδίδουν την κατάσταση διατήρησής τους ή το νομικά κατοχυρωμένο καθεστώς προστασίας τους. Άλλα 21 είναι ενδημικά του Γράμου, της Β. Πίνδου ή της Β. Ελλάδας.

Τύποι βλάστησης

Με βάση:

διακρίθηκαν οι βασικότεροι οικότοποι της περιοχής έργου. Ακολουθεί η παράθεσή τους (με γενική υψομετρική διαδοχή), με σύντομη περιγραφή και γεωγραφική αναφορά εντός της περιοχής.

Ενότητα 1η : Αγροτικοί-αγροδασικοί οικότοποι

82.3        Εκτατικές καλλιέργειες μικρής κλίμακας

Περιλαμβάνονται οι παραδοσιακές καλλιέργειες που ασκούνται σε μικρή επιφάνεια και εναλλάσσονται με φυσικούς φυτοφράχτες και υπολειμματική δεντρώδη και θαμνώδη βλάστηση. Μεταξύ των καλλιεργειών υπάρχουν χορτολιβαδικές εκτάσεις ή εκτάσεις που βρίσκονται σε αγρανάπαυση. Στην δένδρα δρυών ασκείται κλαδονομή. Συνθέτουν σημαντικό για την oρνιθοπανίδα ενδιαίτημα κατά θέσεις, σε τμήμα της περιοχής (Χρυσή, Πευκόφυτο).

84.4        Μικτό αγροδασικό τοπίο

Αποτελεί μωσαϊκό που περιλαμβάνει ετήσιες αροτριαίες καλλιέργειες, καλλιέργειες μικρής κλίμακας, χορτολιβαδικές εκτάσεις, φυτοφράκτες και υπολειμματικές λόχμες πλατυφύλλων της ημιορεινής ζώνης (Quercion frainetto).

Ενότητα 2η : Ορεινή και υποορεινή ζώνη βλάστησης

Υποενότητα 2.1 Αζωνική Βλάστηση

Εδώ εντάσσονται οι φυτοκοινωνίες που εξαρτούν την ύπαρξή τους βασικά από τις εδαφοϋδατικές συνθήκες και λιγότερο από τις κλιματικές και εμφανίζεται στη μελετούμενη περιοχή, υπό μορφή νησίδων παρόχθιας ή. Αναπτύσσονται

44.514   Eλληνικά δάση-στοές με σκλήθρο

O οικότοπος περιλαμβάνει συστάδες ή λόχμες από σκλήθρο (Alnus glutinosa) που καταλαμβάνουν με την μορφή στοών (galleries), τις όχθες ποταμών και ρεμάτων συνεχούς ροής.

Στην περιοχή έργου ο οικότοπος εμφανίζεται κυρίως στη λεκάνη του Σαραντάπορου, στον άνω ρού (Σκοτίδας-Μυροβλήτη). Στη θέση αυτή παρουσιάζει πολύ καλή αντιπροσωπευτικότητα με έντονη την παρουσία της Alnus glutinosa στους ορόφους των δέντρων και των θάμνων και μικρή συμμετοχή της Salix elaeagnos και των ειδών Pinus nigra, Fagus moesiaca, Acer pseudoplatanus, Acer obtusatum, Ostrya carpinifolia κ.λ.π. Στη συνέχεια με συμμετοχή των Salix alba και Salix elaeagnos ο οικότοπος εμφανίζει,εξάπλωση κατατμημένη σε νησίδες και δομή υποβαθμισμένη, έως το Πευκόφυτο και την Χρυσή, όπου και βρίσκεται η εκβολή στη κεντρική κοίτη του Σαραντάπορου.                       

44.123   Θαμνώνες με ιτιές της Βαλκανικής

Οικότοπος που συνίσταται από είδη Salix τα οποία σχηματίζουν γραμμικούς θαμνώνες κατά μήκος ρυακιών και μικρών ποταμών στην ορεινή ζώνη. Απαντάται κυρίως στη ζώνη των δασών της οξιάς και εκτός από τις όχθες των ρυακιών και των ποταμών δημιουργεί συχνά χαμηλές συστάδες-στοές στα κράσπεδα των δασικών δρόμων όπου επικρατούν ευνοϊκές φωτιστικές συνθήκες και συγκεντρώνεται η επιφανειακή απορροή. Τη βλάστηση συνθέτουν τα είδη Salix elaeagnos, Salix viminalis και Salix caprea ενώ σε θέσεις με αυξημένη παροχή νερού, εμφανίζονται μεμονωμένα τα Salix alba και Salix fragilis.

92Α0      Δάση στοές με Salix alba και Populus alba

O οικότοπος περιλαμβάνει την παρόχθια αζωνική βλάστηση που χαρακτηρίζεται από τα είδη Salix alba, Salix fragilis και Populus alba και εξαπλώνεται ανεξαρτήτως κλιματικών συνθηκών κατά μήκος των ρεμάτων της περιοχής στην λοφώδη, ημιορεινή και ορεινή ζώνη.

Στην περιοχή ο οικότοπος σημειώνεται σε ρέμα που συμβάλλει στο Σαραντάπορο, μεταξύ Κυψέλης-Χρυσής. Σε αυτό σχηματίζεται η τυπική μορφή της κλειστής στοάς από την πυκνή διάταξη των θαμνόμορφων ή δεντρόμορφων Salix alba, Salix fragilis, Salix elaeagnos και Salix caprea.

Μικρές ορεινές υδατοσυλλογές

Στην ανώτερη δασική ζώνη, στα δασοόρια και στην υποαλπική ζώνη της περιοχής μελέτης εμφανίζονται σποραδικά μικρές ή μεγαλύτερες κοιλότητες που κατακλύζονται με νερό μόνιμα ή εποχιακά. Οι μικρές κοιλότητες αποτελούν νερόλακκους (ponds) βάθους λίγων (10-30) εκατοστών που τροφοδοτούνται από την επιφανειακή απορροή και το λιώσιμο του χιονιού και συνήθως αποξηραίνονται στο τέλος του καλοκαιριού. Η βλάστηση που τους περιβάλλει συντίθεται από ελόφυτα και είδη που απαντώνται στους χαμηλούς τυρφώνες. Συχνά κατά την διάρκεια του θέρους η επιφάνεια του νερού καλύπτεται σε μεγάλο ποσοστό ή ακόμη και εξ ολοκλήρου από την βλάστηση αυτή.

Τα κυριότερα είδη που απαντώνται στις θέσεις αυτές και συνθέτουν τη βλάστηση στα κράσπεδα των σχηματισμών και μέσα στο νερό, είναι τα εξής : Τypha domigniensis, Carex pendula, Carex paniculata, Carex ovalis, Juncus articulatus, Juncus inflexus, Juncus conglomeratus, Equisetum palustre, ενίοτε οι όχθες καλύπτονται από άτομα Salix alba, ενώ στην πρώτη από τις παραπάνω θέσεις την ελεύθερη επιφάνεια του νερού αποικίζει το εφυδατικό Lemna minor.

Στη τοποθεσία “Μουτσάλια” στην Επάνω Αρένα και κοντά στα δασοόρια, μέσα σε αμιγές δάσος οξιάς βρίσκεται μικρή λίμνη έκτασης 15 περίπου στρεμμάτων. Έχει χαρακτηριστικές πετρώδεις, φτωχές σε βλάστηση, όχθες, από καθαρούς ασβεστολίθους από τις οποίες απουσιάζει η ελοφυτική βλάστηση ενώ αντίθετα τα δασικά ποώδη είδη φτάνουν συχνά μέχρι την επιφάνεια του νερού. Μεταξύ άλλων στις όχθες, φύονται τα είδη, Alisma plantago-aquatica, Caltha palustris, Eleocharis palustris, Carex pendula, Juncus conglomeratus, Urtica dioica

Υποενότητα 2.2: Ζώνη Δρυός

Συγκροτείται από θερμόφιλα δάση δρυός, κατά το μεγαλύτερο μέρος και διάφορα πλατύφυλλα είδη. Καταλαμβάνει το 46% των δασοσκεπών εκτάσεων του Γράμου. Σε όλο το Γράμο, η δρυς κατά 82% σχηματίζει αμιγείς συστάδες. Στο υπόλοιπο ποσοστό (18%) συναντάμε μικτές συστάδες δρυός με Μαύρη Πεύκη και οξιά. Στην περιοχή του έργου καταγράφονται οι εξής βασικοί τύποι:

41.76 (91Μ0)       Θερμόφιλα φυλλοβόλα δρυοδάση της Βαλκανικής

Στον τύπο αυτό εντάσσονται τα φυλλοβόλα δρυοδάση που εξαπλώνονται στη λοφώδη, υποορεινή και ορεινή ζώνη της περιοχής μελέτης. Αφορά συγκεκριμένα τα δάση που σχηματίζει η Quercus cerris και καταλαμβάνουν τις νότιες εκθέσεις και τους ξηρότερους σταθμούς στο κέντρο της περιοχής (Νεστόριο-Νέα Κοτύλη) και στη λεκάνη του Σαραντάπορου ως τη Χρυσή, όπου το είδος αντικαθίσταται από τις περισσότερο θερμόβιες Quercus pubescens και Quercus trojana.

9250       Δάση μακεδονικής δρυός

Ο οικότοπος περιλαμβάνει τα δάση της Quercus trojana και εμφανίζεται συνήθως σε υψόμετρο 500-1000 μέτρων στο χώρο του OstryoCarpinion ή του Quercion frainetto. Στη περιοχή μελέτης καταλαμβάνει τις νότιες, δυτικές και ανατολικές εκθέσεις πάνω από τον ποταμό Σαραντάπορο και εκτείνεται στο εσωτερικό των κοιλάδων που με κατεύθυνση βορά-νότου συμβάλλουν στο Σαραντάπορο, μέχρι το υψόμετρο των 900 μέτρων. Καταλαμβάνει κυρίως κυρτώματα, ράχες και μέτριας ή χαμηλής γονιμότητας σταθμούς σε φλύσχη και κροκαλοπαγές υπόθεμα. Δημιουργεί χαμηλούς πρεμνοφυείς αμιγείς σχηματισμούς ή μερικώς δασοσκεπείς θαμνώνες ενώ σε καλύτερους σταθμούς εμφανίζεται σε χαμηλή δεντρώδη μορφή και σε μίξη με είδη του OstryoCarpinion όπως, Οstrya carpinifolia, Carpinus orientalis, Fraxinus ornus, Quercus pubescens, Cotinus coggygria, Acer monspesulanum, Cercis siliquastrum, Colutea arborescens, Cornus mas, Juniperus oxycedrus, Quecus frainetto, Quercus cerris ενώ σπανιότερα προσμιγνύονται τα Rhus coriaria, Pyracanthus coccinea, Ulmus minor, Paliurus spinacristi, Pinus nigra.

Υποενότητα 2.3: Ζώνη Μαύρης Πεύκης

Όσο αφορά τη ζώνωση της βλάστησης, τα δάση Μαύρης Πεύκης αναφέρονται συνήθως στην ίδια ζώνη με την οξιά και την ελάτη (ως ψυχρά κωνοφόρα). Ωστόσο, καθώς (α) τα δάση της μαύρης πεύκης στη περιοχή μελέτης εξαπλώνονται και στη ζώνη της οξιάς αλλά και στη χαμηλώτερη υψομετρικά ζώνη της δρυός και (β) αποτελούν τα κυρίαρχα δάση στην περιοχή έργου (όπως προκύπτει από τα στοιχεία της ΕΠΜ αλλά και από την προκαταρκτική εκτίμηση που έγινε με τη σημειακή προσέγγιση), κρίθηκε σκόπιμο να καταγραφούν ως χωριστή ζώνη.

Η μαύρη Πεύκη αποτελεί λοιπόν το κυρίαρχο κωνοφόρο είδος της περιοχής μελέτης. Σε όλο το Γράμο, καταλαμβάνει έκταση 14.257 εκταρίων που αντιπροσωπεύει το 27% των δασοσκεπών εκτάσεων και το 17% του συνόλου της περιοχής. Στο 52% της έκτασής της εμφανίζεται σε αμιγή μορφή και στο υπόλοιπο 48% σχηματίζει μικτές καταστάσεις κυρίως με οξιά και δρύ και λιγότερο με ελάτη.

Οι φυτοκοινωνίες της εμφανίζονται είτε ως πρόδρομες, είτε ως ενδιάμεσες σε διαδικασία διαδοχής και σε μίξη με άλλα είδη, είτε ως τελικές, εδαφικά εξαρτώμενες. 

9536       Δάση μαύρης πεύκης

Στη περιοχή μελέτης η Pinus nigra εμφανίζεται σε συσταδική μορφή από υψόμετρο 900 περίπου μέτρων έως υψόμετρο 1600-1700 μέτρων (ανώτερος χώρος της Quercetalia pubescentis και Fagetalia). Απαντάται σε όλα τα είδη πετρωμάτων που αφθονούν στη περιοχή : ασβεστόλιθους, κερατόλιθους, ψαμμίτες, κροκαλοπαγή, φλύσχη και οφιόλιθους.

Η μαύρη πεύκη στο Γράμμο, σχηματίζει φυτοκοινότητες που καταλαμβάνουν δύο βασικές θέσεις στη διαδοχή της βλάστησης. Εμφανίζεται ως πρόδρομο δάσος που  επεκτείνεται ταχύτατα και καλύπτει γυμνές ή μερικώς δασοσκεπείς εκτάσεις όπως επίσης και σταθεροποιημένες αλλουβιακές αποθέσεις στις κοιλάδες των ποταμών Αλιάκμονα και Σαραντάπορου. Κοντά στις εξαπλώσεις αυτές, που αποτελούν ενδιάμεσες φυτοκοινωνίες, τα δάση της μαύρης πεύκης σχηματίζουν και εδαφικά εξαρτώμενες, διαρκείς φυτοκοινωνίες. Εμφανίζονται κυρίως στο κέντρο της περιοχής πάνω σε σερπεντινικό υπόθεμα (Μυροβλήτης), αλλά και σε ξηρές και φτωχές σε θρεπτικά συστατικά θέσεις, σε διάφορα πετρώματα.

Τα δάση της μαύρης πεύκης παρουσιάζουν δύο βασικές φυσιογνωμικές όψεις. Η πρώτη εμφανίζεται στους καλύτερους σταθμούς και χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη συνδέσμου πλατυφύλλων ειδών που καταλαμβάνουν τον μεσόροφο και τον όροφο των θάμνων. Στη περίπτωση αυτή στις ευνοικότερες εκθέσεις και γονιμότερες θέσεις κυριαρχεί τελικά η οξιά και στις χειρότερες η Quercus cerris ενώ μαζί τους σε έντονη μίξη εμφανίζονται τα Acer obtusatum, Ostrya carpinifolia και Corylus avellana. Η δεύτερη όψη εμφανίζεται σε φτωχότερους σταθμούς και χαρακτηρίζεται από τον γυμνό υπόροφο (νότια Πύργου).

Από απόψεως δομής, οι συστάδες μαύρης πεύκης του Γράμμου είναι στην πλειοψηφία τους σχεδόν ομήλικες, μονόροφες, μέσης ή νεαρής ηλικίας (γενικά απουσιάζουν οι ώριμες συστάδες με εξαίρεση περιοχές νότια του Πύργου και τη λεκάνη της Αετομηλίτσας όπου το δάσος παρουσιάζει εκτός από τη βιολογική και μεγάλη αισθητική αξία) και μέσης ή μικρής, μέσης διαμέτρου. Αποτέλεσμα των χαρακτηριστικών αυτών είναι η εμφάνιση χαμηλής δομικής ετερογένειας, μειωμένης παρουσίας βρύων και λειχηνών και η απουσία νεκρού ξύλου. Οι συνθήκες αυτές προσδίδουν χαμηλές τιμές βιοποικιλότητας στο ενδιαίτημα που αξιολογείται ως σημαντικό λόγω των οριακών προσαρμογών και των πολλαπλών λειτουργιών που επιτελεί σε ποικιλία σταθμών και περιβαλλόντων.

91Μ0x9536 & 9250×9536               Μικτά δάση δρυός-μαύρης πεύκης

Ο τύπος αυτός περιλαμβάνει τις μικτές συστάδες δρυός-μαύρης πεύκης στη ζώνη της δρυός. Παρότι δεν αναφέρεται στην ΕΠΜ, περιλαμβάνεται σε αυτόν τον κατάλογο, καθώς καταγράφηκε σε σημαντικό ποσοστό από την προκαταρκτική σημειακή εξέταση. Από ό,τι φαίνεται επίσης από τα προκαταρκτικά στοιχεία, και η μίξη αυτή εμφανίζει επίσης δυναμική, καθώς σε πολλές περιπτώσεις η Μαύρη Πεύκη εμφανίζεται ως πρόδρομο είδος και μετά εμφανίζεται η δρυς. Δεν είναι όμως σαφές αν και σε ποιες συνθήκες την εκτοπίζει.

9110x9536           Μικτά δάση οξιάς-μαύρης πεύκης

Ο τύπος αυτός περιλαμβάνει τις μικτές συστάδες οξιάς-μαύρης πεύκης σε όξινα ή ουδέτερα εδάφη. Η μίξη αυτή συνήθως εμφανίζει δυναμική, εφόσον η οξιά αναμένεται να εκτοπίσει τη μαύρη πεύκη σε αρκετούς σταθμούς στο μέλλον. Οι περιπτώσεις αυτές διακρίνονται εύκολα γιατί η ηλικία της πεύκης που δημιούργησε το πρόδρομο δάσος είναι γενικά πολύ μεγαλύτερη από της οξιάς που εγκαταστάθηκε αργότερα. Διαρκής μίξη σε ομάδες και συνδεδρίες, υπάρχει σε περιοχές που εμφανίζονται διαφοροποιήσεις στις εδαφικές συνθήκες και δημιουργούνται μικροπεριβάλλοντα τα οποία εκμεταλλεύονται ανάλογα τα δύο είδη.

Υποενότητα 2.4: Ζώνη Οξιάς – Ελάτης

Στα μεγαλύτερα υψόμετρα της περιοχής εμφανίζεται η ανώτερη ορεινή και υποαλπική ζώνη βλάστησης (Fagetalia) που συντίθεται από τα δάση οξιάς (Fagus moesiaca), ελάτης (Abies borisiiregis) και μαύρης πεύκης (Pinus nigra).

Η οξιά αποτελεί το κυρίαρχο δασικό είδος της Ευρώπης, με μεγάλη ανταγωνιστική ικανότητα, με αποτέλεσμα στις περισσότερες περιπτώσεις να κυριαρχεί σε βάρος άλλων ειδών και να σχηματίζει τις τελικές (climax) φυτοκοινωνίες σε αμιγή συσταδική μορφή.Στην Ελλάδα η οξιά βρίσκεται στα θερμοόρια της εξάπλωσής της και για αυτόν τον λόγο καταλαμβάνει συνήθως γόνιμους σταθμούς σε βόρειες, βορειοδυτικές και βορειοανατολικές εκθέσεις της ορεινής ζώνης, εκτεινόμενη συχνά ως τα δασοόρια.

Ειδικά στο Γράμο, η οξιά σχηματίζει αμιγείς συστάδες στο 60% της έκτασής της, ενώ στο υπόλοιπο τη συναντάμε ως κυρίαρχο είδος σε μεικτές συστάδες κυρίως με ελάτη και μαύρη Πεύκη και λιγότερο με δρυ.

Η υβριδογενής ελάτη καταλαμβάνει μια μικρή έκταση 513 εκταρίων που αντιπροσωπεύει ποσοστό λιγότερο από το 1% των δασοσκεπών εκτάσεων. Εμφανίζεται αμιγής στο 38% της έκτασής της. Στο υπόλοιπο σχηματίζει μικτές με μαύρη πεύκη συστάδες.

Από τύπους δασών οξιάς που έχουν διακριθεί με βάση χαρακτηριστικά είδη χλωρίδας του υπορόφου, την πρόσμιξη άλλων δασικών ειδών ή χαρακτηριστικά των συνθηκών του σταθμού, δύο έχουν σημαντική εκπροσώπηση στην περιοχή του έργου και αναφέρονται παρακάτω.

9110       Δάση οξιάς της φυτοκοινωνίας Luzulo-Fagetum

Ο τύπος περιλαμβάνει τα αμιγή δάση οξιάς (Fagus moesiaca) που εμφανίζονται σε όξινες εδαφικές συνθήκες και φτωχούς σε θρεπτικά στοιχεία σταθμούς. Χαρακτηριστικό του οικότοπου αποτελεί ο μικρός αριθμός φυτικών ειδών και η χαμηλή ως μηδενική εδαφοκάλυψη του υπορόφου που μόνο με επίδραση κρασπέδου ή φωτοκηλίδων αυξάνει. Ο οικότοπος επίσης χαρακτηρίζεται από την παρουσία στον υπόροφο οξύφιλων και λιτοδίαιτων ειδών-δεικτών, τα οποία για την περιοχή μελέτης είναι, Luzula sylvatica, Luzula spicata, Vaccinium myrtillus, Deschampsia flexuosa και Pteridium aquilinum.

Στην περιοχή εμφανίζεται κυρίως στο βόρειο τμήμα της κορυφογραμής των Αρένων και γύρω από τη Νέα Κοτύλη όπου με την οξιά κατά θέσεις προσμιγνύεται η Quercus cerris. Άλλα είδη που συμμετέχουν στη βλάστηση είναι τα Abies borisiiregis και Acer obtusatum που εμφανίζονται σπάνια στον όροφο των δέντρων και των θάμνων, ενώ στον ποώδη όροφο τα Orthilia secunda, Veronica officinalis, Helleborus cyclophyllus, Poa nemoralis, Mycelis muralis, Rubus canescens, Epilobium montanum, Μonotropa hypopitys, Prenanthes purpurea κ.λ.π.

9130       Δάση οξιάς της φυτοκοινωνίας Asperulo-Fagetum

Τα δάση οξιάς της φυτοκοινωνίας AsperuloFagetum αποτελούν οικότοπο που καταλαμβάνει σταθμούς γενικά γόνιμους και με ουδέτερη ή σχεδόν ουδέτερη εδαφική αντίδραση. Οι ευνοϊκές εδαφικές συνθήκες του ενδιαιτήματος αντικατοπτρίζονται στην εμφάνιση και σύνθεση σε είδη του υπορόφου που συχνά εμφανίζει αρκετά υψηλότερο βαθμό εδαφοκάλυψης. Είδη που χαρακτηρίζουν τον οικότοπο, μερικά εκ των οποίων αποτελούν δείκτες καλής ποιότητας τόπου για την παραγωγική ικανότητα του εδάφους και εμφανίζονται στην υποβλάστηση στη περιοχή του Γράμμου, είναι τα εξής : Galium odoratum(=Asperula odorata), Cardamine bulbifera, Lathyrus vernus, Lamiastrum galeobdolon, Melica uniflora, Neottia nidusavis. Ενδεικτική είναι επίσης η εμφάνιση του Pteridium aquilinum, μόνο σε διάκενα και ξέφωτα, και με ανάπτυξη που φτάνει τα 1,5 ή και 2 μέτρα ύψος.

Στην περιοχή έργου ο οικότοπος εξαπλώνεται με εξαιρετική αντιπροσωπευτικότητα στον Πύργο Κοτύλης και στο κεντρικό τμήμα των Αρένων. Η άφθονη υγρασία και οι ευνοϊκές εδαφικές συνθήκες έχουν ως αποτέλεσμα την έντονη καθ’ ύψος αύξηση και την ευρωστία των ατόμων του ανορόφου των συστάδων, που φτάνουν και κατά θέσεις ξεπερνούν τα 20 ή και τα 30  μ. ύψος.

Μικρή συμμετοχή στον όροφο των δέντρων έχουν τα είδη Abies borisiiregis, Αcer obtusatum, Ulmus montana, Sorbus aria.Yπάρχει θαμνώδης όροφος με χαμηλή φυτοκάλυψη που συντίθεται από τα είδη, Fagus moesiaca, Rubus hirtus, Acer pseudoplatanus, Rhamnus alpinus, Daphne laureola.Στον όροφο των ποών είναι χαρακτηριστική η έντονη παρουσία του Galium odoratum που σχηματίζει κηλίδες ή τάπητες και ο μεγάλος βαθμός κάλυψης από είδη που χαρακτηρίζουν καλής ποιότητας σταθμούς. Μεταξύ άλλων αναφέρονται τα Dryopteris felixmas, Cystopteris fragilis, Sanicula europaea, Geranium robertianum, Knautia drymeia, Fragaria vesca, Rumex acetosella, Aegopodium podagraria, Urtica dioica, Heracleum sphondylium, Viola riviniana, Galium odoratum, Oxalis acetosella, Doronicum columnae, Sanicula europaea, Geum urbanum κ.λ.π.

9270       Ελληνικά δάση οξιάς με Abies borisii-regis

Ο οικότοπος περιλαμβάνει τις μικτές συστάδες οξιάς-υβριδογενούς ελάτης(Ass. AbietiFagetum moesiacum).Εξαπλώνεται σε μεγάλη έκταση στην περιοχή μελέτης, μεταξύ των υψομέτρων 1000-1600 μ, καταλαμβάνοντας καλής ποιότητας και υψηλής παραγωγικότητας σταθμούς. Στις θέσεις αυτές η ανταγωνιστική και η αυξητική ικανότητα της οξιάς και της υβριδογενούς ελάτης είναι παραπλήσιες με αποτέλεσμα την εξασφάλιση της διαρκούς μίξης των συστάδων και της σταθερότητας του οικοσυστήματος.

Τα δάση αυτά στην πλειοψηφία τους χαρακτηρίζονται από μεγάλη ετερογένεια δομής, καθώς είναι μικτά, ανομήλικα και πολυόροφα. Περιλαμβάνουν συστάδες μικτές κατά ομάδες ή κατ’ άτομο, ακανόνιστης κηπευτοειδούς (σπάνια υποκηπευτής) μορφής, με δύο συνήθως ορόφους δέντρων (ανόροφο-μεσόροφο) και πάντα έναν λίγο έως πολύ αναπτυγμένο όροφο θάμνων. Η δομική ποικιλότητα, σε συνδυασμό με την ύπαρξη ώριμων δέντρων και με την αυξημένη ποικιλότητα σε είδη χλωρίδας και πανίδας όλων των κατηγοριών, προσδίδει στον συγκεκριμένο οικότοπο, τις υψηλότερες τιμές βιολογικής ποικιλότητας για την περιοχή μελέτης.

Αναφορικά με τη χλωριδική σύνθεση της βλάστησης τα Fagus moesiaca και Abies borisiiregis συνθέτουν τον ανόροφο των συστάδων, ενώ σπάνια παρουσιάζονται άτομα Pinus nigra. Στον μεσόροφο και υπόροφο εμφανίζεται εκτός των παραπάνω, μεγάλη ποικιλία ειδών όπως : Αcer obtusatum, Quercus cerris, Coryllus avellana, Sorbus torminalis, Ostrya carpinifolia, Populus tremula, Populus alba, Ulmus pendunculata, Prunus avium, Prunus cerasifera και σε μισγάγκειες και ιδιαίτερα σκιερές θέσεις, τα Fraxinus excelsior, Acer pseudoplatanus, Ulmus montana, Carpinus betulus, Sambucus nigra.Ο ποώδης όροφος δεν διαφέρει σε κάλυψη και σύνθεση ειδών από αυτόν των τύπων οικοτόπων της οξιάς σε αντίστοιχους σταθμούς (AsperuloFagetum, AceriFagetum).

42.17     Δάση με Abies borisii-regis

Ο οικότοπος περιλαμβάνει τις αμιγείς συστάδες υβριδογενούς ελάτης (Ass. Abietum borisii regis) που εμφανίζονται μέσα στη ζώνη των δασών της οξιάς και λόγω της χλωριστικής συγγένειας που παρουσιάζουν με αυτή, εντάσσονται στη συνένωση Fagion moesiaceae.

Στην περιοχή μελέτης ο τύπος αυτός έχει περιορισμένη εξάπλωση και η μοναδική σημαντική παρουσία του εντοπίζεται στις αμιγείς συστάδες ελάτης που αναπτύσσονται σε υψόμετρο 1150 έως 1500 μέτρων, πάνω σε μαργαϊκό υπόθεμα, ανατολικά του χωριού Kυψέλη.

Υποενότητα 2.5: Θαμνολίβαδα

5130 Διαπλάσεις με Juniperus communis σε χερσότοπους ή ασβεστόφιλους λειμώνες

Ο τύπος αυτός εμφανίζεται στα διάκενα των δασών της οξιάς και των μικτών δασών της περιοχής μελέτης και περιλαμβάνει τα ορεινά θαμνολίβαδα στα οποία κυριαρχεί τοJuniperus communis. Επίσης ο οικότοπος αυτός καταλαμβάνει μεγάλη έκταση στα υποαλπικά λιβάδια και τη μεταβατική ζώνη των δασοορίων όπου και συνιστά μωσαϊκό με τους μερικώς δασοσκεπείς σχηματισμούς. Στη σύνθεση της βλάστησης εκτός του Juniperus communis συμμετέχουν τα είδη, Rosa canina, Prunus spinosa, Crataegus monogyna, Prunus prostrata και η φτέρη  Pteridium aquilinum, που συχνά στα ενδοδασικά διάκενα εμφανίζει υψηλή κοινωνικότητα (φτεριάδες). Επιπλέον στα μεγαλύτερα υψόμετρα εμφανίζονται τα είδη,Juniperus communis subsp. nana,Daphne oleoides.

Εντός της περιοχής, αναπτύσσεται κυρίως γύρω από την κορυφογραμμή των Αρένων. Αναμειγνύεται, χωρίς σαφή όρια με τους οικοτόπους 4060 και 4090 (βλ. παρακάτω).

Ενότητα 3η:    Αλπική και υποαλπική ζώνη βλάστησης

Στις περιοχές πάνω από τα δασοόρια καταλαμβάνει η ανωδασική ζώνη (Astragalo-Acantholimonetalia) που συντίθεται κυρίως από αλπικά ποολίβαδα και θαμνολίβαδα. Το ορεινό συγκρότημα Γράμμου – Αρενών είναι ο χώρος της πιο εκτεταμένης και αδιάσπαστης εξάπλωσης αλπικών και υποαλπικών οικοσυστημάτων στην Ελλάδα.

Υποενότητα 3.1: Υδροχαρείς οικότοποι

7230       Αλκαλικοί χαμηλοί τυρφώνες

Οι αλκαλικοί χαμηλοί τυρφώνες (fens) αποτελούν υγροτοπικά ενδιαιτήματα, μικρής συνήθως έκτασης, τα οποία στον ελληνικό χώρο εμφανίζονται στην ορεινή και αλπική ζώνη. Σχηματίζονται σε μισγάγγειες, κοιλώματα ή επίπεδες θέσεις που δεν αποστραγγίζονται, με αποτέλεσμα να εμφανίζουν στάθμη νερού λίγο χαμηλότερα έως λίγο ψηλότερα από το επίπεδο του εδάφους. Επίσης συχνά σχηματίζονται αμέσως μετά την έξοδο πηγαίων υδάτων. Επειδή ως κύρια πηγή τροφοδοσίας τους, σε νερό και θρεπτικά στοιχεία, έχουν την επιφανειακή ή και την υπόγεια υδαταπορροή, τα συστήματα αυτά ορίζονται ως γεωτροφικά ή γεωγενή. Aντίθετα, οι ενεργοί τυρφώνες (bogs) συνιστούν ομβροτροφικά συστήματα, γιατί στον σχηματισμό τους συμβάλλουν ιδιαίτερα τα ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα.

Η βλάστηση στους χαμηλούς τυρφώνες συντίθεται από είδη που είναι προσαρμοσμένα σε συνθήκες κάθυγρων ή πλημμυρισμένων εδαφών και μόνο στην περιφέρεια των συστημάτων αυτών υπάρχει δυνατότητα αποίκισης από μεσοϋγρόφυτα ή μεσόφυτα είδη.

Μία θέση που παρουσιάζουν τα τυπικά χαρακτηριστικά του οικότοπου σε μεγάλη έκταση, βρίσκεται εντός της περιοχής, η Τοποθεσία “Μουτσάλια”, Άνω Αρένα.

Στις θέσεις αυτές κυριαρχούν τα είδη Juncus inflexus, J. articulatus, Carex ovalis, C. echinata, C. paniculata, C. nigra, Eleocharis palustris, Epilobium palustre, Eriophorum latifolium, Veronica serpyllifolia, Caltha palustris, Ranunculus repens και διάφορα είδη βρυοφύτων. Στις λιγότερο υγρές θέσεις επικρατούν τα είδη Calamagrostis varia, Veratrum album, Dactylorrhiza baumanniana, Primula veris, Mentha longifoliaΕπίσης, αναφέρεται για τις θέσεις αυτές (Strid & Tan 1991) το είδος Carex acuta (oδηγία 92/43, παράρτημα ΙΙ).

Υποενότητα 3.2: Λιβαδικοί οικότοποι

4060       Αλπικά και υποαλπικά χέρσα εδάφη

Ο τύπος χαρακτηρίζεται από την παρουσία νανόμορφων και έρποντων θάμνων προσαρμοσμένων να διαχειμάζουν κάτω από παχύ στρώμα χιονιού. Ο οικότοπος στο Γράμμο σταδιακά εμφανίζεται από τα δασοόρια, και αποκτάει την τυπική του φυσιογνωμία σε υψόμετρο 1700 μέτρων και άνω. Δημιουργεί στο χώρο μωσαϊκό με τα ποολίβαδα χωρίς να καταλαμβάνει εκτεταμένες συνεχείς επιφάνειες. Κυριαρχεί το είδοςJuniperus communis subsp. nana ενώ σπανιότερα εμφανίζονται τα είδη,Prunus prostrata, Daphne oleoides, Daphne mezereum.

4090       Ενδημικές ορομεσογειακές διαπλάσεις με ακανθώδεις θάμνους

Ο τύπος χαρακτηρίζεται από τους νανώδεις, προσαρμοσμένους στη βόσκηση ακανθώδεις θάμνους, των ειδώνAstragalus sirinicus, Εryngium amethystinum και από την υψηλή συμμετοχή χαμαιφύτων με προσκεφαλαιοειδή ανάπτυξη όπως τα Αstragalus depressus, A. onobrychis, Sideritis raeseri subsp. raeseri, Thymus boissieri, T. longicaulis, Acinos alpinus. Στη σύνθεση της βλάστησης συμμετέχουν επίσης τα είδη, Daphne oleoides, Prunus prostrata, Juniperus communis subsp. nana και Rosa sp.p. και αγροστώδη (ιδιαίτερα είδη Festuca, Sesleria και Stipa).

Εμφανίζεται σε υψόμετρα από 1350 έως 1700 μέτρα σε αρκετές πετρώδεις θέσεις της υποαλπικής-αλπικής περιοχής (για παράδειγμα στις κλιτύες της Άνω και Κάτω Αρένας). Προσμιγνύεται, χωρίς σαφή όρια, με τους τύπους 4060 (αλπικά και υποαλπικά χέρσα εδάφη) και 5130 (διαπλάσεις με Juniperus communis σε χερσότοπους ή λειμώνες). Πρόκειται για ανθρωπογενή τύπο ενδιαιτήματος, δείκτη της έντονης κτηνοτροφικής πίεσης που ασκείται στις ορεινές περιοχές της Ελλάδας.

6170       Αλπικοί ασβεστόφιλοι λειμώνες

Οι λειμώνες του τύπου αυτού εμφανίζονται σε περιοχές με υπόθεμα ασβεστόλιθο ή φλύσχη, σε θέσεις με έδαφος επίπεδο ή μικρής κλίσης. Στις θέσεις αυτές επικρατούντα είδη είναι τα Bellardiochloa variegata, Trifolium parnassi, Silene roemeri subsp. macrocarpa, Phleum alpinum, Festuca varia, Genista depressa, Alchemilla spp., Lotus corniculatus, Herniaria parnassica, Plantago holosteum, P. media subsp. pindica, Hieracium cymosum, Minuartia verna, Veronica orsiniana subsp. orsiniana, Geranium subcaulescens, Primula veris, Carex kitabeliana subsp. kitabeliana κ.ά.

Μία άλλη κατηγορία λιβαδιών της υποαλπικής-αλπικής περιοχής είναι τα “αποψιλωμένα” ή “χιονόφιλα” τα οποία αναπτύσσονται σε επίπεδα ή με πολύ μικρή κλίση εδάφη με σχετικά μεγάλα ποσοστά υγρασίας σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, με χαρακτηριστικά είδη τα Alopecurus gerardii, Crocus cvijicii, Gentiana verna subsp. balkanica, Phleum alpinum.

Οι λειμώνες και τα “αποψιλωμένα” λιβάδια καταλαμβάνουν σημαντικές εκτάσεις της υποαλπικής-αλπικής περιοχής του συγκροτήματος του Γράμμου.

6230 *   Χλοώδεις διαπλάσεις με Nardus, ποικίλων ειδών, σε πυριτιούχα υποστρώματα των ορεινών ζωνών

Πρόκειται για χαμηλά ποολίβαδα που xαρακτηρίζονται από την έντονη παρουσία του αγροστώδους Nardus stricta. Άλλα είδη που συμμετέχουν στη σύνθεση της βλάστησης είναι τα Sesleria vaginalis, Helictotrichon pubescens, Bromus cappadocicus Phleum alpinum, Alium flavum subsp. flavum, Campanula tymphaea κ.ά. Αυτός ο τύπος οικοτόπου στην περιοχή Γράμμου εκτείνεται στην αλπική ζώνη (1800 μ. και άνω), κυρίως στο κεντρικό και νότιο τμήμα της περιοχής (δυτικές κλιτύες της Άνω Αρένας, κορυφή Κανελλόπουλου).Τα ποολίβαδα του τύπου αυτού υπόκεινται σε κτηνοτροφική χρήση.

Υποενότητα 3.3: Βραχώδεις οικότοποι

8140       Λιθώνες της Βαλκανικής χερσονήσου

Οι λιθώνες (σάρες) σχηματίζονται σε περιοχές με έντονη κλίση από την μηχανική αποσάρθρωση των βράχων. Ανάλογα με το είδος του πετρώματος, το οποίο και καθορίζει τη σύνθεση της βλάστησης, οι λιθώνες στην περιοχή μελέτης μπορούν να διακριθούν στις εξής κατηγορίες:

Ο οικότοπος των λιθώνων παρουσιάζει υψηλό βοτανικό ενδιαφέρον γιατί, παρά το γεγονός ότι χαρακτηρίζεται από πολύ μικρή φυτοκάλυψη, συγκεντρώνει μεγάλο αριθμό σπάνιων και ενδημικών ειδών.

8210       Χασμοφυτική βλάστηση ασβεστολιθικών βραχωδών πλαγιών

Ο τύπος αυτός εμφανίζεται στους απόκρημνους, κατακόρυφους ή με έντονη κλίση βράχους και τις βραχώδεις θέσεις με μέτρια έως ισχυρή κλίση που βρίσκονται στον ορεινό και ορο-μεσογειακό όροφο βλάστησης. Στις θέσεις αυτές αναπτύσσεται αραιή βλάστηση από χαρακτηριστικά χασμόφυτα. Στην περιοχή Γράμμου στη βλάστηση του τύπου αυτού συμμετέχουν τα είδη Asplenium septentrionale, A. fissum, Saxifraga paniculata, S. exarata, S. marginata, Sedum album, S. urvillei, S. magellense, S. atratum, S. tymphaeum, Euphrasia salisburgensis, Cerastiun decalvans, Valantia aprica, Aubrieta scardica, Malcolmia orsiniana, Draba lasiocarpa, Edraianthus graminifolius, Centaurea deustiformis, Silene parnassica, S. pindicola, S. pusilla, Sempervivum marmoreum.

Στην περιοχή μελέτης ο οικότοπος αυτός εμφανίζεται σε σχετικά μεγάλη έκταση στις κάθετες κλιτύες των κορυφών της Άνω και Κάτω Αρένας. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από βιολογική άποψη, γιατί συγκεντρώνει μεγάλο αριθμό σπάνιων ειδών.

Θηλαστικά

Εμβληματικά είδη

Παρακάτω περιγράφονται κάποια εμβληματικά είδη θηλαστικών της περιοχής του έργου.

Ursus arctos – Αρκούδα

Η καφέ αρκούδα, με την εντυπωσιακή της εμφάνιση, τις ιδιαίτερες συνήθειες και τη μακρά ιστορία συνύπαρξης με τον άνθρωπο, αποτελεί μέχρι σήμερα το είδος – σύμβολο των βουνών της Πίνδου και ιδιαίτερα του Γράμου.

Πρόκειται για το πιο μεγαλόσωμο άγριο θηλαστικό των βαλκανικών βουνών, με το ύψος των ενήλικων ζώων να φτάνει το 1 μ. και το μήκος τα 2. Ένα ενήλικο θηλυκό ζυγίζει από 70 έως 200 κιλά, ενώ το ενήλικο αρσενικό είναι συνήθως πιο μεγαλόσωμο και το βάρος του κυμαίνεται από 110 έως 350 κιλά. Μία αρκούδα ζει κανονικά γύρω στα 20 με 25 χρόνια. Θεωρείται ζώο με εξαιρετική ευφυΐα, καλή μνήμη, ικανότητα προγραμματισμού, σύνεση, αλλά και περιέργεια.

Πριν από δυο δεκαετίες, εξαιτίας κυρίως του κατακερματισμού των βιοτόπων της, του παράνομου κυνηγιού και των δηλητηριασμένων δολωμάτων, η αρκούδα είχε φτάσει στα όρια του αφανισμού. Σήμερα όμως, χάρη στη στήριξη που παρέχουν οι τοπικές κοινωνίες και στις προσπάθειες των περιβαλλοντικών οργανώσεων, υπολογίζεται ότι ο ελάχιστος πληθυσμός ξεπερνά τα 350 άτομα.

Η αρκούδα είναι ζώο παμφάγο με προτίμηση στις τροφές φυτικής προέλευσης (κατά 85%) και έχει ανάγκη από μεγάλες ποσότητες τροφής για να συντηρήσει τον σωματικό της όγκο και τη δύναμή της.

Τρέφεται με όλων των ειδών τους διαθέσιμους καρπούς του δάσους: βατόμουρα, κορόμηλα, κεράσια, μήλα, αχλάδια, σμέουρα, καρπούς σορβιάς, καρπούς αγριοτριανταφυλλιάς, αγριοφράουλες, βελανίδια, καρπούς οξιάς, αλλά και βολβούς, ρίζες, και χόρτα. Συμπληρώνει το διαιτολόγιό της με μέλι, μικρά και μεγάλα θηλαστικά, έντομα (κυρίως μυρμήγκια) και χελώνες.

Η δυσκολότερη περίοδος για την αρκούδα είναι ή άνοιξη όταν επανέρχεται από τον χειμέριο λήθαργο έχοντας χάσει το 30% του βάρους της. Την άνοιξη οι καρποί του δάσους είναι ανύπαρκτοι καθώς δεν έχει αρχίσει ακόμη η καρποφορία οπωροφόρων δένδρων και θάμνων. Έτσι η αρκούδα για να αναπληρώσει αναζητά άλλες συμπληρωματικές τροφικές πηγές που είναι διαθέσιμες και θρεπτικές εκείνη την εποχή όπως : χόρτα, βολβούς, ρίζες, μυρμήγκια κλπ .

Το φθινόπωρο είναι σίγουρα η εποχή που η αρκούδα «αφιερώνει» τον περισσότερο χρόνο στην αναζήτηση και κατανάλωση τροφής. Είναι η λεγόμενη φάση της «υπερφαγίας» Δύο είναι οι βασικοί λόγοι :

α. η αφθονία και η μεγάλη ποικιλία των φθινοπωρινών καρπών του δάσους και

β. η ανάγκη δημιουργίας αποθεμάτων λίπους για την επερχόμενη περίοδο του χειμέριου λήθαργου, οπότε η αρκούδα δεν τρέφεται.

Οι πιο κατάλληλοι καρποί για την δημιουργία αποθεμάτων λίπους είναι τα βελανίδια και οι καρποί της οξιάς.

Ανθρωπογενείς πηγές τροφής

Την Άνοιξη, όταν η αρκούδα επανέρχεται από το χειμέριο ύπνο και έχοντας χάσει το 30% του βάρους της είναι και η εποχή που αρχίζουν οι πρώτες επισκέψεις σε μελισσοκομικές μονάδες και κοπάδια. Πολύ ευνοϊκές συνθήκες τροφής για την αρκούδα αποτελούν επίσης και οι μικρές καλλιέργειες δημητριακών (σιτάρι, καλαμπόκι), ψυχανθών (τριφύλλι) καθώς και οπωροφόρων (μηλιές ή κερασιές). Η αρκούδα μοιράζεται τα ίδια βουνά με τις κοινότητες των κτηνοτρόφων και των γεωργών και αναζητά μεγάλο μέρος της τροφής της ανάμεσα στα χωριά και τα χωράφια των ανθρώπων. Είναι λοιπόν σχεδόν αναπόφευκτο όπου άνθρωποι και μεγάλα σαρκοφάγα ζώα μοιράζονται τον ίδιο χώρο να υπάρχουν ζημιές σε οικόσιτα ζώα, μελίσσια και καλλιέργειες και φυσικά συγκρούσεις με τους ανθρώπους της υπαίθρου που υφίστανται ζημιές στην παραγωγή τους. 

Εκτός από τις «φυσικές» ανθρωπογενείς τροφικές πηγές όπως είναι οι μικροί οπωρώνες και οι καλλιέργειες (δημητριακά-κηπευτικά), οι αρκούδες έλκονται επίσης από τις ανθρώπινες υποδομές κυρίως λόγω της ύπαρξης απορριμμάτων και χωματερών. Η ελκτικότητα των απορριμμάτων αφορά κυρίως μικρές παράνομες χωματερές παρά σε ανοιχτούς κάδους εντός των οικισμών που ωστόσο οι αρκούδες επισκέπτονταν επίσης.

Σημείων φωλεοποίησης κατά τη διάρκεια του χειμέριου λήθαργου

Ο χειμέριος λήθαργος αποτελεί μία από τις σημαντικότερες και πιο αξιοθαύμαστες φάσεις του βιολογικού κύκλου της αρκούδας και διαφέρει ουσιαστικά από την γνωστή χειμερία νάρκη που χαρακτηρίζει άλλα είδη θηλαστικών.

Η αρκούδα μάλιστα γεννάει στα μέσα του χειμώνα, σε αντίθεση με όλα τα άλλα ανώτερα θηλαστικά. Η φωλιά της ετοιμόγενης θηλυκής είναι ιδιαίτερα προφυλαγμένη και ειδικά διαμορφωμένη με ένα άνετο στρώμα από φύλλα, κλαδιά και ξερά χόρτα τα οποία λειτουργούν ως τέλεια μονωτικά. Η στενή είσοδος της φωλιάς σφραγίζεται με χιόνι και στο εσωτερικό της επικρατεί ένα μικροκλίμα. Πολύ συχνά μάλιστα η ίδια φωλιά με λίγες μόνο επισκευές χρησιμοποιείται από ολόκληρες γενιές θηλυκών.

Όπως έχει διαπιστωθεί οι καταλληλότερες περιοχές για την αρκούδα, τόσο για προσωρινό θερινό καταφύγιο όσο και για τη χειμερινή φωλιά είναι

Πεδία σύγκρουσης ανθρώπου και αρκούδας

Οι συγκρούσεις μεταξύ των πληθυσμών αρκούδας και ανθρώπου αποτελούν γεγονός σε όλο το εύρος εξάπλωσης του είδους σε οποιαδήποτε χώρα και ήπειρο επιβιώνει. Οι κύριες μορφές σύγκρουσης είναι οι παρακάτω

Canis lupus – Λύκος

Ζει κυρίως στις ημιορεινές και ορεινές περιοχές συνήθως σε περιοχές με παρουσία κοπαδιών.  Ζουν σε μικρές αγέλες μέχρι 10- 15 άτομα. Στην Ελλάδα πολύ σπάνια αναφέρονται αγέλες μεγαλύτερες από 5 άτομα.

Ανάλογα με τη διαθεσιμότητά τους, τρέφεται με μεγάλα οπληφόρα (ελάφι, ζαρκάδι, κλπ), άλλα άγρια είδη όπως ο λαγός, οι πέρδικες κλπ. και οικόσιτα ζώα. Οι επιθέσεις στα κοπάδια και οι ζημιές που προκαλεί είναι το βασικό αίτιο εξόντωσης του. Ένα σοβαρό πρόβλημα είναι και η παρουσία αδέσποτων σκύλων με τους οποίους υπάρχουν πιθανότητες υβριδισμών ή ζημιών που αποδίδονται στους λύκους.

Η παρουσία του λύκου στην ευρύτερη περιοχή του Γράμμου είναι μόνιμη, δηλαδή αναφορές για εμφανίσεις λύκων και  ζημιές στο κτηνοτροφικό κεφάλαιο υφίσταται κάθε χρόνο. Η παρουσία του λύκου ήταν εντονότερη τις δεκαετίες από 1960 έως 1980. Από τότε οι αριθμοί του λύκου φαίνεται ότι έχουν μειωθεί με τάση όμως σταθεροποίησης τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στον κύριο ορεινό όγκο του Γράμμου (περιοχή κοινοτήτων Νεστορίου, Γράμμου, Πευκοφύτου, Κοτύλης, Επταχωρίου ). Οι ετήσιες απώλειες ανά έτος και ανά κτηνοτροφική εκμετάλλευση κυμαίνονται από 2 έως 10 περίπου αιγοπρόβατα, μεγαλύτερες ζημιές όμως έχουν αναφερθεί σε μεμονωμένες κτηνοτροφικές μονάδες καθώς επίσης και απώλειες σε βοοειδή (στοιχεία ΕΛΓΑ 1996-1997 ).

Εντονότερη παρουσία λύκου αναφέρεται κυρίως στις περιοχές των κοινοτήτων Δεντροχωρίου , Διποταμίας, Μυροβλήτη, Ιεροπηγής (Μάλι –Μάδι) και πιθανόν σχετίζεται με την πιο μόνιμη παρουσία (όλο το χρόνο) των κτηνοτροφικών κοπαδιών στην περιοχή σε σχέση με την εποχιακή  παρουσία των κοπαδιών στον κύριο ορεινό όγκο του Γράμμου (κοπάδια μόνο το καλοκαίρι).

Από τους κτηνοτρόφους που ερωτήθηκαν το 90% αναφέρει άμεση οπτική επαφή (ν=15)με λύκο μέσα στη διετία 1997-1998. Οι 11 αναφορές αφορούν οπτική επαφή με 1 άτομο και οι 4 με δύο άτομα λύκου.

Lynx lynx Λύγκας

Είναι μεσαίου μεγέθους αιλουροειδή με ψηλά πόδια. Ανάλογα με το είδος το μήκος τους φτάνει από 70 εκατοστά μέχρι στα 1,20 μέτρα, και το ύψος τα 35 μέχρι τα 70 εκατοστά και το βάρος να κυμαίνεται από 7 έως 35 κιλά. Τα μπροστινά πόδια είναι κοντύτερα από τα πίσω. Έχουν πολύ κοντή ουρά συγκριτικά με τις άλλες γάτες, που καταλήγει σε μαύρη κορυφή. Το κεφάλι είναι στρόγγυλο με παχιά γενειάδα στα μάγουλα και μαύρες τούφες που ξεπροβάλλουν από τα αφτιά μέχρι πέντε εκατοστά. Η γούνα του λύγκα είναι πολύ πυκνή, έχει συνήθως στίγματα και το χρώμα της διαφέρει ανά εποχή και είδος, από μπεζ και γκρι μέχρι κοκκινωπή και καφέ, ενώ στο πηγούνι, το στήθος και την κοιλιά είναι σχεδόν λευκή.

Όπως οι περισσότερες γάτες έτσι και οι λύγκες είναι μοναχικά ζώα με μεγάλη περιοχή επίβλεψης. Ζευγαρώνουν τέλη του χειμώνα και γεννούν 2-4 μικρά μία φορά το χρόνο. Ο χρόνος κύησης είναι περίπου 70-80 ημέρες. Τα μικρά μένουν με τη μητέρα τους για έναν ακόμη χειμώνα μέχρι να ωριμάσουν και να ανεξαρτητοποιηθούν. Σκαρφαλώνουν με ευκολία στα δέντρα, έχουν καλές αλτικές ικανότητες και αντέχουν στις μεγάλες πορείες. Κυνηγούν τα θηράματά τους μετά το σούρουπο ή τη νύχτα. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται μικρά οπληφόρα όπως ελάφια, ζαρκάδια, αγριοκάτσικα και πρόβατα, αλλά κυρίως μικρότερα ζώα όπως λαγοί, ψάρια, σκίουροι, ποντίκια, γαλοπούλες, πέρδικες και άλλα πτηνά.

Εδώ και πολλά χρόνια, δεν υπάρχει επιβεβαιωμένη καταγραφή του Λύγκα στην Ελλάδα. Στην περιοχή του Γράμου, σύμφωνα με την ΕΠΜ, ο λύγκας έχει εξαφανιστεί σχετικά πρόσφατα. Η παρουσία του μας αναφέρθηκε από πιο ηλικιωμένους κατοίκους.

Cervus elaphus Ελάφι

To ελάφι είναι ζώο θηλαστικό, μηρυκαστικό, που ανήκει στην οικογένεια των ελαφιδών και στην τάξη των αρτιοδακτύλων. Είναι ζώο λεπτόσωμο, με κοντό καστανόχρωμο μαλακό τρίχωμα. Το κεφάλι του είναι μικρό, με ρύγχος μυτερό. Έχει μεγάλα όμορφα μάτια και λεπτά ευκίνητα πόδια. Το αρσενικό έχει στο κεφάλι του κέρατα μεγάλα με διακλαδώσεις που ανανεώνονται κάθε χρόνο και μοιάζουν με φύλλα πλατιά.

Τα ελάφια ζουν σε πυκνά δάση ζευγαρωτά ή πολλά μαζί (αγέλες) και τρέφεται με χλόη, χόρτα ή και με τη φλούδα από τους κορμούς των μικρών δέντρων, τους οποίους επίσης καταστρέφει τρίβοντας επάνω τα κέρατά του, όταν είναι η εποχή να αλλάξει το δέρμα του. Μερικά είδη συχνάζουν και σε έλη. Το ελάφι συναντάται σε πολλές παραλλαγές (με κέρατα ή χωρίς, μεγαλόσωμο ή μικρόσωμο, με ουρά ή χωρίς, με χαυλιόδοντες ή όχι με μεγάλα ή μικρά αυτιά κλπ.) σε όλο τον κόσμο εκτός από την Αφρική και την Αυστραλία. Στην Αμερική είναι μεγαλόσωμα, στην Κίνα μικρόσωμα χωρίς κέρατα, στην Ιάβα και Σουμάτρα μεγάλα με κοντά κέρατα, στην Ευρώπη μέτρια κλπ.

Το κόκκινο ελάφι, που το συναντάμε στα περισσότερα μέρη της Ευρώπης και της Μικράς Ασίας, έχει μήκος ως 2,30 μ. και ύψος ως 1,50 μ. και ζυγίζει ως 100 κιλά. Έχει σπάνια ευκινησία και τρέχει πολύ γρήγορα κάνοντας πηδήματα μέχρι 8 μέτρα. Ζει γύρω στα 40 με 50 χρόνια. Στην Ελλάδα συναντιέται στον Όλυμπο, στα βουνά της Ηπείρου και σε μερικά ορεινά μέρη της Μακεδονίας. Έχει εχθρούς όλα τα αρπακτικά ζώα και τον άνθρωπο. Το μόνο όπλο για την άμυνά του είναι το γρήγορο τρέξιμό του και οι οξύτατες αισθήσεις του. Το θηλυκό του, που δεν έχει κέρατα, γεννά μια φορά το χρόνο (κάθε 10 μήνες) 1 ως 2 ελαφάκια που τα θηλάζει και τα αγαπά πολύ. Το ζευγάρι είναι τόσο αγαπημένο μεταξύ του που αν τύχει να σκοτωθεί το ένα, το άλλο είναι δυνατό να πεθάνει από λύπη και μαρασμό, έχοντας περιπλανηθεί πολλές μέρες.

Το ελάφι έχει πάψει να καταγράφεται στην πανίδα του Γράμου και γενικότερα της Βόρειας Πίνδου εδώ και μερικές δεκαετίες.

Lutra lutra Βίδρα

Η βίδρα θεωρείται από τα σπανιότερα και πιο απειλούμενα θηλαστικά της Ευρώπης. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με παλιότερες καταγραφές για το είδος (Macdonald & Mason 1982, 1984, 1985 Gaethlich 1988), θεωρείται ότι υπάρχει ένας από τους πυκνότερους και με μεγάλη εξάπλωση  πληθυσμούς βίδρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ζει σε γλυκά νερά, σε ποταμούς, λίμνες, έλη με ανεπτυγμένη παρόχθια βλάστηση και βραχώδεις ακτές. Χρησιμοποιεί πολλά καταφύγια  για ανάπαυση και αναπαραγωγή τα οποία είναι είτε ανοικτά, σε ήσυχες τοποθεσίες ανάμεσα σε βράχια και πυκνή παρυδάτια δενδρώδη και θαμνώδη βλάστηση ή καλαμιώνες, είτε σε κοιλότητες που σκάβει κάτω από το έδαφος.

Οι βίδρες ζουν μεμονωμένες και οριοθετούν με σαφήνεια τον ζωτικό τους χώρο, η έκταση του οποίου κυμαίνεται ανάλογα με την διαθέσιμη τροφή. Στους ποταμούς, όπου ο ζωτικός τους χώρος είναι γραμμικός, κυμαίνεται μεταξύ 5 και 40 Km. Στις λίμνες και τα έλη έχει πολυγωνική δομή. Σε ακτές με πλούσιες τροφικές πηγές ο ζωτικός χώρος μπορεί να φτάσει στο 1,1 Km.  

Είναι ένας από τους ανώτερους θηρευτές στα υδάτινα οικοσυστήματα. Τρέφεται με ψάρια σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80% αλλά και με αμφίβια, ερπετά (νερόφιδα), ασπόνδυλα (κυρίως καβούρια), πουλιά και μικρά θηλαστικά.  

Γενούν, συνήθως την άνοιξη, 2-3 μικρά το έτος, τα οποία το πρώτο έτος εξαρτώνται από την μητέρα τους.

Καθώς βρίσκεται στην κορυφή της τροφικής πυραμίδας, η βίδρα θεωρείται δείκτης της υγείας των ποτάμιων και λιμναίων οικοσυστημάτων. 

Στην περιοχή του έργου, καταγράφηκαν ίχνη και βρέθηκαν περιττώματα στον Σαραντάπορο από το ύψος της Χρυσής και έως μετά την διασταύρωση για Πυρσόγιαννη.

Rupicapra rupicapra Αγριόγιδογιδο

Το αγριόγιδο της Ελλάδας που ανήκει στο βαλκανικό υποείδος (Rupicapra rupicapra balcanica) είναι το πιο αντιπροσωπευτικό μεγάλο θηλαστικό των ψηλών βουνών. Το βάρος του ενήλικου ζώου κυμαίνεται από 25 έως 45 κιλά.

Ιδανικός βιότοπός του είναι οι επικλινείς καλυμμένες με δάση πλαγιές που καταλήγουν σε απόκρημνες κορυφές με σάρες, λούκια και οριζόντια διαζώματα με άφθονη ποώδη βλάστηση που συνήθως γειτνιάζουν αναλόγως του υψομέτρου με υποαλπικά λιβάδια. Τρέφεται με διάφορα ποώδη φυτά κυρίως αλλά συμπληρωματικά και αναλόγως της εποχής και συνεπώς της διαθεσιμότητας της τροφής και με φύλλα, κλαδάκια δέντρων και λειχήνες.

Ζευγαρώνει τους φθινοπωρινούς μήνες (Οκτώβριο-Νοέμβριο) και γεννά ένα -σπάνια δύο- μικρά έπειτα από 170 περίπου ημέρες, δηλαδή το Μάιο. Τα αρσενικά εγκαταλείπουν το κοπάδι της μητέρας τους σε ηλικία 2-3 χρόνων. Περιπλανώνται έως ότου εγκατασταθούν σε μια δικιά τους επικράτεια γεγονός που μπορεί να συμβεί στην ηλικία των 8-9 χρόνων, οπότε συμπίπτει  χρονικά με την πλήρη σεξουαλική ωριμότητα. Ζουν μεμονωμένα εκτός από την περίοδο της αναπαραγωγής οπότε προσεγγίζουν τα θηλυκά της επικράτειάς τους.

Τα θηλυκά με τα μικρά σχηματίζουν κοπάδια που στην Ελλάδα συνήθως αποτελούνται από 5-15 άτομα, σπάνια έως 30 ενώ στο εξωτερικό σε περιοχές με υψηλή πληθυσμιακή πυκνότητα δεν αποκλείεται να ξεπεράσουν τα 100 άτομα.

Το μεγαλύτερο μέγεθος των κοπαδιών παρατηρείται στο τέλος του καλοκαιριού και στην αρχή του φθινοπώρου. Την εποχή αυτή και μέχρι την αρχή του χειμώνα απαντώνται στις ψηλότερες υψομετρικά περιοχές  του βιότοπού τους ενώ το χειμώνα κατεβαίνουν στις απόκρημνες δασωμένες πλαγιές. Μετά την Άνοιξη καθώς το χιόνι λειώνει, τα αγριόγιδα σταδιακά ανεβαίνουν ολοένα και ψηλότερα. Το καλοκαίρι προτιμούν τις πιο δροσερές περιοχές ενώ αντίθετα τους χειμερινούς μήνες τις ηλιόλουστες.

Ζουν 15 έως 17 χρόνια.

Οικολογική σημασία

Το αγριόγιδο αποτελεί έναν από τους κυριότερους καταναλωτές πρώτης τάξης και είναι το μοναδικό άγριο οπληφόρο που απαντάται σε μόνιμη βάση στις απόκρημνες πλαγιές, ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες στα μεγάλα υψόμετρα πάνω από τα όρια των δασών.  

Αποτελεί σημαντική τροφή για διάφορους καταναλωτές δεύτερης τάξης. Συγκεκριμένα θηρευτές του Αγριόγιδου είναι ο λύγκας (Lynx lynx) και ο λύκος (Canis lupus) ενώ τα μικρά μπορεί να συλληφθούν από το χρυσαετό (Aquilla chrysaetos).

Κατάσταση του είδους

Σε παγκόσμια κλίμακα το γένος Rupicapra εμφανίζεται στις μεγάλες οροσειρές της Ευρώπης και Μ.Ασίας. Υπάρχουν δύο είδη: το Rupicapra pyrenaica και το Rupicapra rupicapra.

Το βαλκανικό υποείδος (R. r. balcanica) παρουσιάζει μια κατακερματισμένη κατανομή που οφείλεται στην προτίμηση του είδους σε κατηγορίες βιοτόπων με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά σχετικά με την παροχή καταφυγίου, τροφής και κατάλληλων κλιματολογικών συνθηκών. Δυστυχώς το έντονο κυνήγι που έχει συρρικνώσει πληθυσμιακά πολλούς από τους πληθυσμούς του και η ολοένα και μεγαλύτερη δυσχέρεια εξαιτίας ανθρωπογενών δραστηριοτήτων στην επικοινωνία των επιμέρους πληθυσμών, αποτελούν τους κυριότερους παράγοντες που οδηγούν το είδος στην εξαφάνιση. 

Στην Ελλάδα σύμφωνα με τα έως τώρα δημοσιευμένα στοιχεία, τις παρατηρήσεις κατά τη διάρκεια της παρούσας εργασίας και γενικότερα τις προσωπικές παρατηρήσεις το αγριόγιδο απαντάται στη Βόρεια και Νότια Πίνδο, στη Στερεά Ελλάδα, στον Όλυμπο, στη Ροδόπη και σε δύο ακόμη βουνά των συνόρων στη Τζένα- Πίνοβο και στη Νεμέρτσικα. Η γεωγραφική κατανομή του είδους στον Ελλαδικό χώρο παρουσιάζει το γενικό πρότυπο των Βαλκανίων, είναι δηλαδή κατακερματισμένη.

Η βασική απειλή για το είδος στην Ελλάδα, εκτός από την άμεση εξολόθρευσή του εξαιτίας του έντονου κυνηγίου,  είναι η σταδιακή συρρίκνωση των πληθυσμιακών μεγεθών των επιμέρους πληθυσμών που εύκολα πλέον οδηγεί στη γενετική αποδυνάμωση καθιστώντας έτσι πιθανά αδύνατη την εξασφάλιση της διατήρησής τους.

Η ΕΠΜ καταγράφει την ύπαρξη δύο μεγάλων περιοχών που περιλαμβάνουν επτά ζωτικούς πυρήνες του είδους. Η 2η επικαλύπτεται με την περιοχή του έργου, και συγκεκριμένα στην περιοχή του πυρήνα  “Ζ”  Επάνω Αρένα.

Ιστορικά στοιχεία

Σύμφωνα με την ΕΠΜ και με βάση μαρτυρίες των κατοίκων και την προσωπική μας εμπειρία συνοψίζεται στα εξής:

Ο πληθυσμός του αγριόγιδου άρχισε να συρρικνώνεται κατά τη διάρκεια του δευτέρου  παγκοσμίου πολέμου και αργότερα όταν η παράνομη κατοχή και χρήση πολεμικών όπλων κατά τη διάρκεια κυνηγετικών εξορμήσεων γενικεύτηκε.

Ήδη στη δεκαετία του ‘60 τα αγριόγιδα είχαν αρχίσει να μειώνονται, γεγονός που έγινε αντιληπτό και από την πολιτεία, οπότε το 1969 απαγόρευσε το κυνήγι τους σε όλη την ελληνική επικράτεια.

Τη δεκαετία του ‘80 ωστόσο γενικεύεται πλέον η χρήση σύγχρονων κυνηγετικών όπλων (καραμπίνες) με τη βοήθεια βοηθητικού εξοπλισμού (ασύρματοι). Παράλληλα πλήθος δασικών και κτηνοτροφικών δρόμων ανοίγονται στα βουνά.

Άλλα είδη θηλαστικών

Από τα υπόλοιπα θηλαστικά, διακρίνονται 3 βασικές ομάδες, θηλαστικών, με κύριο κριτήριο τα γενικά χαρακτηριστικά της οικολογίας τους και τη σχέση τους με τις ανθρώπινες δραστηριότητες της περιοχής.

Ανάλογα με την καταλληλότητα του ενδιαιτήματος για κάθε είδος, για κάθε τύπο οικοτόπου της περιοχής θα σχηματιστεί στη συνέχεια ένας κατάλογος των ειδών που μπορούν να απαντηθούν στο συγκεκριμένο οικότοπο. Έτσι, οι 3 ομάδες θα εξειδικευθούν ανά οικότοπο. Ο συνολικός πληθυσμός της κάθε ομάδες θα κυμαίνεται στο χρόνο ανάλογα με την πορεία των υπόλοιπων μεταβλητών – παραμέτρων, αλλά οι μεταξύ τους αναλογίες θα θεωρούνται σταθερές, για λόγους απλοποίησης. 

Μικρά θηλαστικά (μη θηρεύσιμα)

Αφορά μικρά θηλαστικά, κυρίως φυτοφάγα, εντομοφάγα ή παμφάγα, τα οποία δεν αποτελούν θήραμα για τον άνθρωπο. Σύμφωνα με την ΕΠΜ, πρέπει να θεωρείται βέβαιη η παρουσία  πολλών ακόμη ειδών.

Εντομοφάγα
Erinaceus concolor – Σκατζόχοιρος

Τα ενδιαιτήματα του είδους είναι κυρίως οι άκρες των δασών,  κήποι, ανοικτές λιβαδικές  εκτάσεις και αγροτικές εκτάσεις με φυτοφράκτες. Προτιμάει τις περιοχές με παχύ μαλακό χώμα και τις ανοικτές ρεματιές. Τρέφεται με έντομα, αράχνες και σαλιγκάρια. Βρίσκεται συχνά κοντά στα χωριά και στις ήπια καλλιεργούμενες εκτάσεις όπου και κρύβεται στους φυτοφράχτες. Είναι δραστήριος κυρίως το σούρουπο και τη νύχτα. Τον χειμώνα πέφτει σε χειμέρια νάρκη. Βρέθηκε κυρίως στα χαμηλότερα υψόμετρα σε αγροτικές εκτάσεις και κοντά στους οικισμούς όπου ευνοείται από την ύπαρξη κήπων και χωραφιών με φυτοφράκτες.

Crocidura suaveolens – Κηπομυγαλίδα

Λίγο μικρότερη από τον κοινό σταχτοποντικό. Είναι δραστήρια την μέρα και την νύχτα και κυρίως το σούρουπο. Τρέφεται με έντομα, προνύμφες εντόμων και άλλα ασπόνδυλα. Ζει σε μέρη με κατάλληλη θαμνώδη ή ποώδη βλάστηση για καταφύγιο (θαμνώνες, δάση, αλσύλλια, φυτοφράκτες, ακαλλιέργητες εκτάσεις). Το είδος θεωρείται το πιο κοινό είδος μυγαλής στην Μακεδονία.

Talpa sp. – Ασπάλακες

Ευπροσάρμοστα είδη που ζουν κάτω από το έδαφος σε πολλά περιβάλλοντα, κυρίως λιβάδια και ανοικτά φυλλοβόλα δάση.  Κατασκευάζει μόνιμες στοές στο έδαφος και είναι δραστήριο την μέρα και την νύκτα. Τρέφεται με γαιοσκώληκες, προνύμφες εντόμων και άλλων ασπονδύλων. Βρέθηκε σε διάφορα λιβάδια σε όλα τα υψόμετρα μέχρι την υποαλπική ζώνη. Το ανώτερο υψόμετρο που εντοπίστηκε ήταν στα 2300 m.

Χειρόπτερα

Φωλιάζουν σε κοιλώματα βράχων, κοιλότητες δένδρων ή σε κτήρια. Τον χειμώνα χρησιμοποιούν ως καταφύγια κυρίως σπηλιές και συχνά συγκεντρώνονται σε μεγάλες αποικίες. Το καλοκαίρι παρατηρούνται πολλά άτομα που κυνηγούσαν έντομα πάνω από τα δάση, τους οικισμούς και στις ρεματιές της περιοχής.

Myotis bechsteini  Μυωτίδα του Bechstein
Myotis daubentoni Μυωτίδα του Daubenton
Myotis nattererii Μυωτίδα του Natterer
Nyctalus leisleri Μικρός νυκτοβάτης
Pipistrellus nathusii Νυχτερίδα του Nathusius
Plecotus auritus Ωτονυχτερίδα
Miniopterus schreibersii (N2K)
Myotis blythii (N2K)
Myotis emarginatus (N2K)
Rhinolophus ferrumequinum (N2K)
Rhinolophus hipposideros (N2K)
Τρωκτικά
Sciurus vulgaris – Σκίουρος

Είδος των κωνοφόρων δασών και των ώριμων φυλλοβόλων αλλά και των αγροτικών εκτάσεων με ώριμες συστάδες, λόγμες ή φυτοφράκτες. Πολύ ευκίνητο κινείται στα κλαδιά των δένδρων. Κατασκευάζει την φωλιά του σε μεγάλες κοιλότητες ή διχάλες των δένδρων. Τρέφεται με μεγάλη ποικιλία τροφών κυρίως φυτικής προέλευσης με προτίμηση στους καρπούς και στα κωνοφόρα με τους καρπούς των κουκουναριών. Εντοπίστηκε σε όλα τα δάση με ώριμα δέντρα πεύκης.

Glis glis – Δασομυωοξός

Νυχτόβιο, δενδρόβιο είδος. Ζει σε ώριμα φυλλοβόλα δέντρα, στις ψηλές κουφάλες των οποίων κάνει τη φωλιά του. Φυτοφάγο είδος. Το φθινόπωρο πριν την χειμέρια νάρκη προτιμάει τους πλούσιους σε λίπος καρπούς, όπως τους καρπούς της οξιάς, τα φουντούκια, και τα βελανίδια. Εντοπίστηκε σε πολλές θέσεις σε περιοχές με ώριμα φυλλοβόλα.

Pitymys subteraneus – Ρυγχοσκαπτοπτοποντικός

Είδος των ανοικτών σχετικά υγρών εκτάσεων με υψηλή και πυκνή ποώδη βλάστηση που μπορεί να απαντά και στις ανοικτές -χαλαρές συστάδες των δασών. Ζει σε στοές κάτω από το έδαφος και τρέφεται με ρίζες, βολβούς κλπ.

Microtus sp
Apodemus sylvaticus – Δασοποντικός
Apodemus flavicolis – Κρικοποντικός

Τα δύο αυτά είδη παρουσιάζουν μεγάλη ομοιότητα στην συμπεριφορά και στην επιλογή του ενδιαιτήματος. Ζουν σε δάση και ανοικτά περιβάλλοντα με θάμνους, φυτοφράκτες ή λόγμες. Κυρίως νυκτόβια είδη, περνούν την μέρα σε υπόγεια στοά που κατασκευάζουν κάτω από ρίζες

Mus domesticus – Σταχτοποντικός

Θηρεύσιμα θηλαστικά

Αφορά θηλαστικά φυτοφάγα ή παμφάγα, τα οποία αποτελούν κατεξοχήν θήραμα για τον άνθρωπο.

Λαγόμορφα
Lepus europaeus – Λαγός

Προτιμά τις γυμνές εκτάσεις με λίγη θαμνώδη βλάστηση και τα αραιά δάση. Στις γεωργικές εκτάσεις ευνοείται από την ύπαρξη φυτοφρακτών. Τρέφεται με ποώδη φυτά. Παρατηρήθηκαν περιττώματα λαγού και ορισμένα άτομα άμεσα σε διάφορες ανοικτές περιοχές μέχρι την υποαλπική ζώνη. Το μεγαλύτερο υψόμετρο που εντοπίστηκε ήταν στα 1950 m. Διαπιστώθηκε ότι ο Χρυσαετός κυνηγούσε στις υποαλπικές περιοχές όπου είχαν εντοπιστεί στοιχεία παρουσίας του λαγού. Ο αριθμός των λαγών που παρατηρούνται στον Γράμμο την άνοιξη και το καλοκαίρι πέφτει κατακόρυφα με την έναρξη της κυνηγετικής περιόδου.

Αρτιοδάκτυλα
Sus scrofa – Αγριογούρουνο

Ζει σε μεγάλη ποικιλία βιοτόπων από τις πιο δασωμένες και απόκρημνες έως τους υγροτόπους και ανοικτές εκτάσεις. Στην Ελλάδα έχει περιοριστεί στις δασωμένες περιοχές στην ορεινή και ημιορεινή ζώνη. Είναι παμφάγο είδος με προτίμηση τους καρπούς και τις ρίζες. Τα θηλυκά άτομα σχηματίζουν αγέλες, ενώ τα αρσενικά ζουν συνήθως μόνα. Βρέθηκαν ίχνη σε όλη την δασική έκταση. Η κυνηγετική πίεση είναι μεγάλη. Ειδικά για τον αγριόχοιρο συγκεντρώνονται στην περιοχή ομάδες κυνηγών από όλη την Ελλάδα.

Capreolus capreolus – Ζαρκάδι

Δασόβιο είδος που προτιμά τα φυλλοβόλα και μικτά δάση. Ο αριθμός των ιχνών και των ατόμων που παρατηρήθηκαν στην περιοχή βρίσκεται σε ψηλότερα επίπεδα σε σχέση με πολλές άλλες δασικές περιοχές της Ελλάδας.

Μικρά σαρκοφάγα θηλαστικά

Vulpes vulpes – Αλεπού

Νυκτόβιο είδος κυρίως. Τρέφεται με μεγάλη ποικιλία τροφών (μικρά θηλαστικά, λαγούς, πτηνά, κολεόπτερα. Σκάβει μικρά καταφύγια σε θαμνώνες ή άλλες περιοχές με θαμνώδη ή δενδρώδη κάλυψη ή καταλαμβάνει τις φωλιές των ασβών. Στην περιοχή βρέθηκαν ίχνη και περιττώματα κυρίως στα χαμηλότερα υψόμετρα.

Mustela nivalis – Νυφίτσα

Ζει σε όλα τα χερσαία ενδιαιτήματα. Δραστήριο κατά την διάρκεια της νύχτας αλλά και της ημέρας. Ευκίνητο είδος με αναρριχητικές ικανότητες. Κυνηγάει τρωκτικά ακόμη και στις στοές τους. Παρατηρήθηκαν λίγα άτομα στα χαμηλότερα υψόμετρα.

Martes foina – Κουνάβι

Ζει σε φυλλοβόλα δάση και σε βραχώδεις πλαγιές. Δραστήριο την νύκτα και κυρίως το σούρουπο. Ευκίνητο είδος με αναρριχητικές ικανότητες. Τρέφεται με μικρά θηλαστικά, έντομα, πτηνά και καρπούς. Εντοπίστηκαν σε πολλά ενδιαιτήματα εκτός από τα υποαλπικά. Είναι μάλλον αφθονότερο κοντά στις ρεματιές και στην παραποτάμια βλάστηση.

Meles meles – Ασβός

Ζει σε δάση αλλά και σε ανοικτά περιβάλλοντα. Ζει περισσότερο ομαδικά από τα προηγούμενα είδη της οικογένειας. Κατασκευάζει ένα δαιδαλώδες σύστημα στοών όπου ζουν πολλά ζώα. Κυρίως νυκτόβια ζώα. Τρέφονται κυρίως με γαιοσκώληκες αλλά και μια μεγάλη ποικιλία από φυτικά και ζωικά είδη. Εντοπίστηκε σε πολλούς τύπους ενδιαιτημάτων, από τις γεωργικές εκτάσεις και τα δάση έως τα ψηλότερα υψόμετρα αλλά μέχρι τα δασοόρια. Το μεγαλύτερο υψόμετρο που εντοπίστηκε ήταν στα 1700 m.

Felis silvestris – Αγριόγατα

Είδος πολύ μεγαλύτερο από την εξημερωμένη γάτα. Ζει σε δάση, σε θαμνώνες και παρυφές δασών. Είναι μοναχικό και κυρίως νυκτόβιο ζώο που αποφεύγει τον άνθρωπο. Αναρριχάται  εύκολα, αλλά κυνηγάει κυρίως στο έδαφος τρωκτικά. Τρέφεται επίσης με πτηνά, λαγούς, βατράχια κλπ.

Ορνιθοπανίδα

Στην ΕΠΜ, στην περιοχή Γράμμου και Δυτικού Βοΐου έχουν καταγραφεί συνολικά 142 είδη πουλιών, από τα οποία φωλιάζουν τα 118. Αναλυτικότερα το καθεστώς παρουσίας των ειδών στην περιοχή έρευνας έχει ως εξής:

Επιπλέον, στην χαρτογράφηση του Natura 2000 καταγράφονται άλλα 8, ανεβάζοντας τον αριθμό ειδών στα 150.

Πρέπει να σημειωθεί ότι τους χειμερινούς μήνες οι πληθυσμοί ορισμένων επιδημητικών ειδών της περιοχής, εμπλουτίζονται με πληθυσμούς που μεταναστεύουν από βορειότερες χώρες. Αντίστοιχα ορισμένα επιδημητικά είδη που φωλιάζουν στις υποαλπικές περιοχές διαχειμάζουν σε αγροτικές εκτάσεις χαμηλότερου υψομέτρου, είτε στην ζώνη σύνδεσης είτε σε γύρω περιοχές.

Τα 150 είδη διακρίθηκαν στις εξής 12 ταξινομικές-οικολογικές κατηγορίες:

Κατηγορία Αριθμός ειδών
Στρουθιόμορφα 79
Αρπακτικά 23
Κορακιόμορφα 9
Αποδόμορφα 8
Δρυοκολάπτες 8
Ορνιθόμορφα 6
Παρυδάτια 6
Κιχλίδες 5
Περιστερόμορφα 3
Χαραδριόμορφα 1
Αιγοθηλόμορφα 1
Κοκκυγόμορφα 1
Σύνολο 150

Επειδή για τις ανάγκες της συγκεκριμένης εργασίες δεν βοηθάει ούτε ο μεγάλος αριθμός ομάδων, ούτε και οι ομάδες με πολύ μικρό μέγεθος, οι παραπάνω 12 κατηγορίες συμπτύχθηκαν, με οικολογικά κυρίως κριτήρια, σε 6 κατηγορίες. Συγκεκριμένα:

Κατηγορία Αριθμός ειδών
Αρπακτικά 23
Δρυοκολάπτες 8
Θηράματα 15
Κορακοειδή 11
Παρυδάτια 6
Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα 87
Σύνολο 150

Στη συνέχεια, ακολουθεί ο κατάλογος των ειδών των 6 κατηγοριών.

Επιστημονική ονομασία Κοινή ονομασία Ομάδα
Accipiter brevipes Σαΐνι Αρπακτικά
Accipiter gentilis Διπλοσάϊνο Αρπακτικά
Accipiter nisus Ξεφτέρι Αρπακτικά
Aegolius funereus Αιγωλιός Αρπακτικά
Aegypius monachus   Αρπακτικά
Aquila chrysaetos Χρυσαετός Αρπακτικά
Athena noctua Κουκουβάγια Αρπακτικά
Bubo bubo Μπούφος Αρπακτικά
Buteo buteo Γερακίνα Αρπακτικά
Buteo rufinus Αετογερακίνα Αρπακτικά
Circaetus gallicus Φιδαετός Αρπακτικά
Circus pygargus Λιβαδόκιρκος Αρπακτικά
Falco eleonorae Μαυροπετρίτης Αρπακτικά
Falco peregrinus Πετρίτης Αρπακτικά
Falco subbuteo Δενδρογέρακο Αρπακτικά
Falco tinnunculus Βραχοκιρκινέζι Αρπακτικά
Falco vespertinus Μαυροκιρκινέζι Αρπακτικά
Gyps fulvus Ορνιο Αρπακτικά
Hieraaetus pennatus Σταυραετός Αρπακτικά
Neophron percnopterus Ασπροπάρης Αρπακτικά
Otus scops Γκιώνης Αρπακτικά
Pernis apivorus Σφηκιάρης Αρπακτικά
Strix aluco Χουχουριστής Αρπακτικά
Επιστημονική ονομασία Κοινή ονομασία Ομάδα
Dendrocopos leucotos Λευκονώτης Δρυοκολάπτες
Dendrocopos major Παρδαλοτσικλιτάρα Δρυοκολάπτες
Dendrocopos medius Μεσοτσικλιτάρα Δρυοκολάπτες
Dendrocopos minor Νανοτσικλιτάρα Δρυοκολάπτες
Dryocopus martius Μαυροτσικλιτάρα Δρυοκολάπτες
Jynx torquilla Στραβολαίμης Δρυοκολάπτες
Picus canus Σταχτοτσικλιτάρα Δρυοκολάπτες
Picus viridis Δρυοκολάπτης Δρυοκολάπτες
Επιστημονική ονομασία Κοινή ονομασία Ταξινομική κατηγορία Ομάδα
Alectoris graeca Πετροπέρδικα Ορνιθόμορφα Θηράματα
Columba oenas Φασσοπερίστερο Περιστερόμορφα Θηράματα
Columba palumbus Φάσσα Περιστερόμορφα Θηράματα
Coturnix coturnix Ορτύκι Ορνιθόμορφα Θηράματα
Perdix perdix Καμπίσια πέρδικα Ορνιθόμορφα Θηράματα
Scolopax rusticola Μπεκάτσα Χαραδριόμορφα Θηράματα
Streptopelia turtur Τρυγόνι Περιστερόμορφα Θηράματα
Tetrao urogallus Αγριόκουρκος Ορνιθόμορφα Θηράματα
Tetrao tetrix Λυροπετεινός Ορνιθόμορφα Θηράματα
Tetrastes (Bonasa) bonasia Αγριόκοτα Ορνιθόμορφα Θηράματα
Turdus iliacus Κοκκινότσιχλα Κιχλίδες Θηράματα
Turdus merula Κότσυφας Κιχλίδες Θηράματα
Turdus philomelos Τσίχλα Κιχλίδες Θηράματα
Turdus pilaris Κεδρότσιχλα Κιχλίδες Θηράματα
Turdus viscivorus Τσαρτσάρα Κιχλίδες Θηράματα
Επιστημονική ονομασία Κοινή ονομασία Ταξινομική κατηγορία Ομάδα
Caprimulgus europaeus Γιδοβύζι Αιγοθηλόμορφα Κορακοειδή
Corvus corax Κόρακας Κορακιόμορφα Κορακοειδή
Corvus corone Κουρούνα Κορακιόμορφα Κορακοειδή
Corvus monedula Κάργια Κορακιόμορφα Κορακοειδή
Cuculus canorus Κούκος Κοκκυγόμορφα Κορακοειδή
Garrulus glandarius Κίσσα Κορακιόμορφα Κορακοειδή
Merops apiaster Μελισσοφάγος Κορακιόμορφα Κορακοειδή
Pica pica Καρακάξα Κορακιόμορφα Κορακοειδή
Pyrrhocorax graculus Κιτρινοκαλιακούδα Κορακιόμορφα Κορακοειδή
Pyrrhocorax pyrrhocorax Κοκκινοκαλιακούδα Κορακιόμορφα Κορακοειδή
Upupa epops Τσαλαπετεινός Κορακιόμορφα Κορακοειδή
Επιστημονική ονομασία Κοινή ονομασία Ταξινομική κατηγορία Ομάδα
Actitis hypoleucos Ποταμότρυγγας Παρυδάτια Παρυδάτια
Ardea cinerea Σταχτοτσικνιάς Παρυδάτια Παρυδάτια
Charadrius dubius Ποταμοσφυριχτής Παρυδάτια Παρυδάτια
Ciconia nigra Μαυροπελαργός Παρυδάτια Παρυδάτια
Cinclus cinclus Νεροκότσυφας Παρυδάτια Παρυδάτια
Phalacrocorax carbo Κορμοράνος Παρυδάτια Παρυδάτια
Επιστημονική ονομασία Κοινή ονομασία Ταξινομική κατηγορία Ομάδα
Aegithalos caudatus Αιγίθαλος Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Alauda arvensis Σταρήθρα Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Anthus campestris Χαμοκελάδα Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Anthus spinoletta Νεροκελάδα Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Anthus trivialis Δενδροκελάδα Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Apus (Tachymarptis) melba   Αποδόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Apus apus Σταχτάρα Αποδόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Apus melba Σκεπαρνάς Αποδόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Carduelis cannabina Φανέτο Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Carduelis carduelis Καρδερίνα Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Carduelis chloris Φλώρος Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Carduelis spinus Λούγαρο Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Certhia brachydactyla Καμποδενδροβάτης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Certhia familiaris Βουνοδενδροβάτης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Coccoth. coccothraustes Χονδρομύτης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Delichon urbica Σπιτοχελίδονο Αποδόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Emberiza caesia Σκουροβλάχος Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Emberiza cia Βουνοτσίχλονο Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Emberiza cirlus Σιρλοτσίχλονο Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Emberiza citrinella Χρυσοτσίχλονο Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Emberiza hortulana   Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Emberiza melanocephala Αμπελουργός Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Eremophila alpestris Χιονάδα Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Erithacus rubecula Κοκκινολαίμης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Ficedula albicollis Κρικομυγοχάφτης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Ficedula hypoleuca Μαυρομυγοχάφτης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Ficedula parva Νανομυγοχάφτης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Ficedula semitorquata Δρυομυγοχάφτης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Fringilla coelebs Σπίνος Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Fringilla montifringilla Χειμωνόσπινος Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Galerida cristata Κατσουλιέρης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Hippolais icterina Κιτρινοστριτσίδα Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Hirundo daurica Δενδροχελίδονο Αποδόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Hirundo rustica Χελιδόνι Αποδόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Lanius collurio Αετομάχος Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Lanius senator Κοκκινοκεφαλάς Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Loxia curvirostra Σταυρομύτης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Lullula arborea Δενδροσταρήθρα Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Luscinia megarhynchos Αηδόνι Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Luscinia svecica Γαλαζολαίμης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Miliaria calandra Τσιφτάς Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Monticola saxatilis Πετροκότσυφας Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Monticola solitarius Γαλαζοκότσυφας Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Montifringilla nivalis Χιονόστρουθος Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Motacilla alba Λευκοσουσουράδα Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Motacilla cinerea Σταχτοσουσουράδα Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Motacilla flava Κιτρινοσουσουράδα Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Muscicapa striata Μυγοχάφτης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Oenanthe hispanica Ασπροκώλα Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Oenanthe oenanthe Σταχτοπετροκλής Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Oriolus oriolus Συκοφάγος Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Parus ater Ελατοπαπαδίτσα Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Parus caeruleus Γαλαζοπαπαδίτσα Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Parus cristatus Σκουφοπαπαδίτσα Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Parus lugubris Κλειδωνάς Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Parus major Καλόγερος Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Parus montanus Βουνοπαπαδίτσα Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Parus palustris Καστανοπαπαδίτσα Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Passer domesticus Σπουργίτης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Passer montanus Δενδροσπουργίτης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Phoenicurus ochruros Καρβουνιάρης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Phoenicurus phoenicurus Κοκκινούρης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Phylloscopus collybita   Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Phylloscopus sibilatrix Δασοφυλλοσκόπος Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Phylloscopus trochilus   Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Phyloscopus bonelli   Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Prunella collaris Χιονοψάλτης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Prunella modularis Θαμνοψάλτης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Ptyonoprogne rupestris Βραχοχελίδονο Αποδόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Pyrrhula pyrrhula Πύρρουλας Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Regulus regulus Χρυσοβασιλίσκος Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Riparia riparia Οχθοχελίδονο Αποδόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Saxicola rubetra Καστανολαίμης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Saxicola torquata Μαυρολαίμης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Serinus serinus Σκαρθάκι Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Sitta europaea Δενδροτσοπανάκος Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Sitta neumayer   Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Sturnus vulgaris  Ψαρόνι Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Sylvia atricapilla Μαυροσκούφης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Sylvia cantillans Κοκκινοτσιροβάκος Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Sylvia communis Θαμνοτσιροβάκος Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Sylvia curruca Λαλοτσιροβάκος Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Sylvia hortensis Δενδροτσιροβάκος Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Sylvia nisoria Ψαλτοτσιροβάκος Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Tichodroma muraria Σβαρνίστρα Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Tringa ochropus Δασότρυγγας Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα
Troglodytes troglodytes Τρυποφράκτης Στρουθιόμορφα Στρουθιόμορφα-Αποδόμορφα

Από τα 150 είδη, με τα κριτήρια που αναφέρθηκαν παραπάνω, επιλέχθηκαν αρχικά 10 εμβληματικά είδη που προτείνεται να αντιμετωπιστούν σε επίπεδο είδους.

Εμβληματικά είδη

Ασπροπάρης Neophron percnopterus

Ο ασπροπάρης (γνωστός και ως κουκάλογο ή αιγυπτιακός γύπας)  είναι μεταναστευτικό είδος. Έρχεται στην Ελλάδα στα μέσα Μαρτίου και φεύγει μέσα Αυγούστου – αρχές Σεπτεμβρίου. Τον προηγούμενο αιώνα ήταν πολύ κοινό είδος, αλλά την τελευταία δεκαετία ο πληθυσμός του μειώνεται συνεχώς (εκτιμάται σε 100-200 ζευγάρια), ενώ έχει περιοριστεί στην βόρεια και κεντρική Ελλάδα. Φωλιάζει σε ορθοπλαγιές και σπάνια σε δένδρα, σε σχετικά χαμηλά υψόμετρα.

Αναζητά την τροφή του σε ανοικτές περιοχές. Τρέφεται με πτώματα άγριων ή κτηνοτροφικών ζώων, σκουπίδια, όπου συγκεντρώνεται σε μεγάλους αριθμούς (συχνά όλος ο πληθυσμός μιας περιοχής) και με χελώνες. Συχνά επισκέπτεται σκουπιδότοπους ή περιπολεί πάνω από δρόμους για να εντοπίσει πτώματα. Χρησιμοποιεί για την εύρεση τροφής ανοιχτές εκτάσεις (λιβάδια από την ζώνη δρυός ως και την υποαλπική ζώνη, εγκαταλελειμμένες καλλιέργειες, ανοίγματα δρόμων) και δάση ή θαμνώνες με αραιή συγκόμωση και ανοίγματα.

Σύμφωνα με την ΕΠΜ, Στον Γράμμο – Δ. Βόϊο φωλιάζουν 1-2 ζευγάρια σε βραχώδεις περιοχές. Σύμφωνα με πληροφορίες από τους κατοίκους, ο πληθυσμός του ασπροπάρη έχει μειωθεί τα τελευταία χρόνια.

Όρνιο Gyps fulvus

Τον προηγούμενο αιώνα ήταν πολύ κοινό είδος στην Ελλάδα, αλλά τις τελευταίες δεκαετίες ο πληθυσμός του μειώνεται συνεχώς (εκτιμάται σε 300+ ζευγάρια), ενώ έχει περιοριστεί δραματικά στην ηπειρωτική Ελλάδα, και έχει σχεδόν εξαφανιστεί ως αναπαραγόμενο είδος από την Μακεδονία κυρίως λόγω της χρήσης δηλητηριασμένων δολωμάτων για την καταπολέμηση του λύκου και άλλων θηρευτών.

Φωλιάζει σε αποικίες σε ορθοπλαγιές και σπάνια σε δέντρα. Αναζητά την τροφή του σε ανοικτές περιοχές. Τρέφεται κυρίως με πτώματα άγριων ή κτηνοτροφικών ζώων, όπου και συγκεντρώνεται σε μεγάλους αριθμούς (συχνά όλος ο πληθυσμός μιας περιοχής). Επισκέπτεται σκουπιδότοπους.

Η βασικότερη απειλή για το είδος είναι η τοποθέτηση δηλητηριασμένων δολωμάτων (φόλες), που γίνεται κυρίως για την καταπολέμηση θηρευτών (λύκοι, αλεπούδες κ.λπ) «πρώην επιβλαβών», αλλά και για λόγους αντεκδίκησης. Άλλες απειλές είναι η δάσωση της περιοχής (λόγω εγκατάλειψης παραδοσιακών χρήσεων ή αναδασώσεων), η λαθροθήρα, και η έλλειψη τροφής. Όσο αφορά στην έλλειψη τροφής, αυτή οφείλεται στον μειωμένο αριθμό άγριων οπληφόρων (στην χώρα μας κυρίως λόγω λαθροθήρας) και στον περιορισμό των πτωμάτων από κτηνοτροφικά ζώα (λόγω περιορισμού της εκτατικής κτηνοτροφίας και καλύτερης περίθαλψης).

Με την μαζική εγκατάλειψη της περιοχής μετά τον εμφύλιο, που είχε σαν επακόλουθο την δάσωση μεγάλων ανοιχτών τμημάτων και την μείωση της κτηνοτροφίας, έχει περιοριστεί σημαντικά η διαθεσιμότητα κατάλληλων ανοιχτών εκτάσεων για διατροφή του είδους, αλλά και η διαθεσιμότητα νεκρών ζώων. Στον Γράμμο – Δ. Βόϊο σύμφωνα με πληροφορίες των κατοίκων, υπήρχε μια αποικία στα βράχια πάνω από την Χρυσή έως την δεκαετία του 60. Τώρα συναντιέται περιστασιακά.

Χρυσαετός Aquila chrysaetos

Ο πληθυσμός του χρυσαετού εκτιμάται σε 140-180 ζευγάρια. Τρέφεται με μικρά θηλαστικά και πουλιά στα ορεινά λιβάδια και σε ανοιχτές εκτάσεις, με ερπετά (χελώνες, φίδια, κ.α.), αλλά και με πτώματα κτηνοτροφικών και άλλων ζώων.

Οι κυριότερες απειλές για τον χρυσαετό είναι η λαθροθήρα, τα δηλητηριασμένα δολώματα και η ενόχληση στην περιοχή φωλεοποίησης λόγω προσεγγισιμότητας φαραγγιών και γκρεμών. Άλλες απειλές είναι η καταστροφή των χώρων φωλιάσματος (λατομεία, εξορύξεις, κοπή γέρικων δέντρων και συστάδων), η μείωση των πληθυσμών των ειδών με τα οποία τρέφεται (μικρά θηλαστικά, αμφίβια, ερπετά, χελώνες, πέρδικες, νεκρά άγρια και εκτρεφόμενα μηρυκαστικά), και η πρόσκρουση ή ηλεκτροπληξία σε καλώδια. Η μείωση των πληθυσμών των λαγών, πέρδικων, αγριόγιδων και ζαρκαδιών οφείλεται στην λαθροθήρα και στην εντατική θήρευση, ενώ η μείωση των κτηνοτροφικών ζώων στον περιορισμό της κτηνοτροφίας.

Στην ΕΠΜ στην περιοχή μελέτης καταγράφονται 3- 4 ζευγάρια, δηλαδή σχεδόν το 2-3% του Ελληνικού πληθυσμού. Φωλιάζει κυρίως σε απόκρημνα βράχια σε ορεινές περιοχές. Κατά την διάρκεια της μελέτης εντοπίστηκαν 4 φωλιές. Το πρώτο έτος στις τρεις από αυτές η αναπαραγωγή τριών ζευγαριών ήταν επιτυχής.

Αγριόκοτα Bonasa bonasia

Ο αγριόκουρκος Tetrao urogallus και η αγριόκοτα Bonasa bonasia έχουν καταγραφεί σε προηγούμενες μελέτες (Grimmet & Jones 1989, Corine Database 1989, Handrinos & Akriotis 1997) ως πιθανά αναπαραγόμενα είδη της περιοχής, αλλά επειδή δεν υπάρχει καμμιά θετική πληροφορία για την παρουσία τους στην περιοχή τα τελευταία χρόνια, δεν τα αναφέρουμε στον παραπάνω κατάλογο.

Είναι πολύ πιθανόν ο τυχόν μικρός πληθυσμός αγριόκοτας στην περιοχή, να εξαφανίσθηκε από το κυνήγι.

Σχετικά με την πιθανή παρουσία του αγριόκουρκου στην περιοχή δεν υπάρχει κανένα θετικό στοιχείο, εκτός από την αναφορά του στη μελέτη του Παπαϊωάννου το 1968.

Βέβαια πάντα εξακολουθούν να υπάρχουν οι ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες για παρουσία της αγριόκοτας και του αγριόκουρκου στην ευρύτερη περιοχή.

Πετροπέρδικα Alectoris graeca

Τα είδη αυτά απειλούνται λόγω μεγάλης πληθυσμιακής μείωσης σε τμήματα της περιοχής. Η απελευθέρωση της νησιωτικής πέρδικας (Alectoris chukar) από κυνηγετικούς συλλόγους αποτελεί σοβαρή απειλή για την την γενετική καθαρότητα της πετροπέρδικας λόγω του υβριδισμού μεταξύ των δύο ειδών. Η αύξηση που πληθυσμού της, όπως και των πληθυσμών των περιστερόμορφων θα έχει θετικές επιπτώσεις στους πληθυσμούς των αρπακτικών.

Μπούφος Bubo bubo

Ο μπούφος ζει σε μια μεγάλη ποικιλία οικοτόπων από το επίπεδο της θάλασσας έως περιοχές με μεγάλο υψόμετρο. Ο πληθυσμός του στην Ελλάδα εκτιμάται σε 200-500 ζευγάρια. Τρέφεται με μικρού και μεσαίου μεγέθους θηλαστικά και μεσαίου μεγέθους πουλιά.

Οι κυριότερες απειλές που αντιμετωπίζει είναι το λαθροκυνήγι, η οδική διάνοιξη ορεινών όγκων και η πρόσβαση σε απρόσιτες περιοχές και βραχώδεις σχηματισμούς, η ενόχληση στην περιοχή φωλεοποίησης λόγω προσεγγισημότητας φαραγγιών και βραχιών από τουρίστες και αναρριχητές, η δημιουργία λατομείων στις θέσεις αναπαραγωγής, η πρόσκρουση ή ηλεκτροπληξία σε καλώδια.

Ο μπούφος καταγράφηκε στους Χιονάδες στο ΝΔ τμήμα της περιοχής, ενώ υπάρχουν πληροφορίες για την ύπαρξη του στο παρελθόν σε άλλα δύο σημεία της περιοχής. Ενδεχομένως περαιτέρω έρευνα να αποκαλύψει και άλλα ζευγάρια μπούφου στην περιοχή.

Μαυροτσικλητάρα Dryocopus martius

Η μαυροτσικλιτάρα καταγράφηκε σε περιορισμένο αριθμό θέσεων στην διάρκεια της έρευνας κυρίως σε ώριμα δάση μαύρης πεύκης και σε μικτά δάση κωνοφόρων – οξυάς με υπερώριμα δέντρα.

Τρέφεται με ξυλοσηπτικά έντομα που μπορεί να βρίσκει σε αρκετό βάθος μέσα στο ξύλο και με μυρμήγκια. Η ικανότητα της να ανοίγει νέες φωλιές συμβάλλει στη διατήρηση της δασικής βιοποικιλότητας, γιατί στις φωλιές που εγκαταλείπει κάθε χρόνο, φωλιάζουν πολλά άλλα είδη πουλιών αλλά και θηλαστικών.

Πετροκότσυφας Monticola saxatilis

Παρατηρείται σε ανοιχτές πετρώδεις περιοχές με αραιή βλάστηση και τρέφεται με έντομα. Καταγράφηκε σε πετρώδεις βιότοπους σε μέσο υψόμετρο, αλλά κυρίως πάνω από τα δασοόρια. Λόγω της μεγάλης έκτασης και καταλληλότητας των κατάλληλων ενδιαιτημάτων πάνω από τα δασοόρια, η περιοχή φιλοξενεί έναν από τους μεγαλύτερους πληθυσμούς του είδους στην Ελλάδα.

Κοκκινοκαλιακούδα Pyrrhocorax pyrrhocorax

Είδος με πολύ περιορισμένη και κατακερματισμένη κατανομή στην Ελλάδα, όπου φωλιάζουν 1000-5000 ζευγάρια (500-2000 σύμφωνα με άλλη εκτίμηση). Φωλιάζει σε σπηλιές και σε βράχια, τρέφεται κυρίως με ασπόνδυλα (που βρίσκονται στην επιφάνεια του εδάφους και σχετίζονται με κοπριές ζώων), σε εκτενείς φυσικούς και ημιφυσικούς βοσκοτόπους που βόσκονται από κοπάδια. Δεν μεταναστεύουν, αλλά τον χειμώνα οι πληθυσμοί των βουνών μετακινούνται στους πρόποδές τους, σχηματίζοντας μεγάλα κοπάδια.

Οι κυριότερες απειλές του είδους είναι η εγκατάλειψη της παραδοσιακής κτηνοτροφίας κοντά στα χωριά, η μείωση της νομαδικής κτηνοτροφίας στα αλπικά, η εγκατάλειψη παραδοσιακών αγροκτηνοτροφικών εκτάσεων και η δάσωσή τους, η ενόχληση από τουριστικές δραστηριότητες στα βράχια που φωλιάζει.

Από τα διαθέσιμα στοιχεία κατά την αναπαραγωγική περίοδο φαίνεται ότι ο πληθυσμός των κοκκινοκαλιακούδων είναι ιδιαίτερα μικρός και περιορίζεται στην αλπική περιοχή από την κορυφή του Γράμμου ως την κορυφογραμμή πάνω από τις Χιονάδες. Καθώς δεν έχουμε παλιότερα στοιχεία για το είδος δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε το μέγεθος της μείωσής του πληθυσμού του, αλλά είναι προφανές ότι βρίσκεται στα όρια εξαφάνισης.

Αμφίβια και ερπετά

Σύμφωνα με την ΕΠΜ, στην περιοχή του Γράμου καταγράφονται 11 είδη αμφιβίων και 18 ερπετών:

ΤΑΞΙΝΟΜΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΟΝΟΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΟΝΟΜΑ
ΑΜΦΙΒΙΑ    
Ουροδελή    
Salamanridae Salamandra salamandra Σαλαμάνδρα
Salamanridae Triturus cristatus Λοφιοφόρος τρίτωνας
Salamanridae Triturus alpestris Αλπικός τρίτωνας
Salamanridae Triturus vulgaris Κοινός τρίτωνας
Άνουρα    
Discoglossidae Bombina variegata Μπομπίνα
Bufonidae Bufo viridis Πράσινος φρύνος
Bufonidae Bufo bufo Χωματόφρυνος
Hylidae Hyla arborea Δενδροβάτραχος
Ranidae Rana dalmatina Ευκίνητος βάτραχος
Ranidae Rana graeca Ελληνικός βάτραχος
Ranidae Rana ridibunda Λιμνοβάτραχος
ΕΡΠΕΤΑ    
Χελώνες    
Testudinidae Testudo hermanni Μεσογειακή χελώνα
Σαύρες    
Anguidae Anguis fragilis Κονάκι
Scincidae Ablepharus kitaibelii Αβλέφαρος
Lacertidae Lacerta agilis Αμμόσαυρα
Lacertidae Lacerta trilineata Πρασινη σαύρα
Lacertidae Lacerta viridis Σμαραγδόσαυρα
Lacertidae Podarcis erhardii Αιγαιόσαυρα
Lacertidae Podarcis muralis Τοιχόσαυρα
Φίδια    
Colubridae Coluber caspius Αλογόφιδο
Colubridae Coluber gemonensis Δενδρογαλιά
Colubridae Coluber najdum Σαΐτα
Colubridae Coronella austriaca Ασινόφιδο
Colubridae Elaphe longissima Λαφιάτης του Ασκληπιού
Colubridae Elaphe situla Σπιτόφιδο
Colubridae Malpolon monspessulanus Σαπίτης
Colubridae Natrix natrix Νερόφιδο
Viperidae Vipera ammodytes Οχιά
Viperidae Vipera berus Αλπική οχιά

Είναι πιθανό να εντοπιστούν ακόμη ορισμένα είδη ερπετών κυρίως στα χαμηλότερα υψόμετρα. Θεωρούμε πολύ πιθανή την παρουσία του Λαφιάτη (Elaphe quatuorlineata).

Οι μεγαλύτεροι πληθυσμοί και τα περισσότερα είδη βρίσκονται στις νότιες εκθέσεις κυρίως στο νότιο τμήμα του Γράμμου (Μαστοροχώρια). Σ΄ αυτήν την περιοχή το μέγιστο υψόμετρο της εξάπλωσης των ειδών αμφιβίων και ερπετών είναι μεγαλύτερο.

Τα ορεινά ρυάκια και ποταμάκια συγκεντρώνουν μεγαλύτερους αριθμούς ειδών ουροδελών (S. Salamandra, Tr. vulgaris) και όλα τα είδη άνουρων αμφιβίων. Στα μέρη όπου η κοίτη είναι βραχώδης εντοπίζονται μόνο τα R. graeca και B. variegata.   

Οι λιμνούλες και οι νερόλακκοι είναι από τα σημαντικότερα ενδιαιτήματα για τα αμφίβια. Οι πληθυσμοί που συγκεντρώνουν είναι σχετικά μεγάλοι ενώ είναι τα μοναδικά ενδιαιτήματα όπου απαντούν τα σπανιότερα είδη Tr. cristatus και Tr. alpestris.  

Οι καθαρά δασικές περιοχές φιλοξενούν ελάχιστα είδη. Τα περισσότερα συγκεντρώνονται στα ξέφωτα και ανοίγματα των δασών. Ακόμη και τα πιο δασικά είδη όπως οι φρύνοι Bufo spp., ο βάτραχος R. dalmatina, και τα ερπετά A. kitaibeli, E. longissima καιC. austriaca απαντούν στα ανοίγματα των δασών. Οι εκτάσεις με δάση δρυός και τα μικτά δάση παρουσιάζουν μεγαλύτερους αριθμούς ειδών και πληθυσμούς από τα κωνοφόρα και τα δάση οξυάς.

Οι ανοικτές εκτάσεις (ανοίγματα δασών, εγκαταλελειμμένα χωράφια και χωριά) που χρησιμοποιούνται κυρίως ως βοσκότοποι συγκεντρώνουν μεγαλύτερους αριθμούς  αμφιβίων και ερπετών. Τα μεγάλα ηλιόλουστα ανοίγματα είναι σημαντικά για την αναπαραγωγή της χελώνας T. hermanni αλλά και άλλων ειδών ερπετών.

Οι υποαλπικές περιοχές φιλοξενούν εκτός από τα L. agilis και V. berus και άλλα είδη ερπετών αλλά και αμφιβίων. Η παρουσία νερού (ρυακιών ή νερόλακκων) και θάμνων εξασφαλίζει την παρουσία περισσότερων ειδών.

Στις αγροτικές εκτάσεις (μωσαικό χωραφιών, βοσκοτόπων, φυτοφρακτών, λοχμών ή συστάδων στις οποίες γίνεται κλαδονομή) στα χαμηλότερα υψόμετρα απαντά ο μεγαλύτερος αριθμός ερπετών και αμφιβίων όπως οι φρύνοι. Στα πρανή και τις παρυφές των δρόμων όταν δεν έχει αναπτυχθεί δασική βλάστηση απαντούν τα δύο είδη σαυρών του γένους Podarcis.

Τα εγκαταλελειμμένα χωριά με τις ανοικτές εκτάσεις και τα ερείπια από πέτρες και κεραμίδια αποτελούν επίσης άριστα ενδιαιτήματα για τα ερπετά.

Εμβληματικά είδη

Σαλαμάνδρα (Salamandra salamandra)

Κοινό είδος στα ορεινά δάση της ηπειρωτικής Ελλάδας. Προτιμάει τα φυλλοβόλλα δάση. Είναι κυρίως νυκτόβιο αλλά παρατηρείται επίσης κατά την διάρκεια βροχερών ημερών. Τρέφεται με σκουλήκια, γυμνοσαλίγκαρους και έντομα.  Μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου γεννά προνύμφες στα ορεινά ρυάκια, σε σημεία με χαμηλή ροή και καθαρό νερό. Κατά την διθάρκεια αυτής της περιόδου παρατηρούνται μεγάλες συγκεντρώσεις θηλυκών στις ορεινές κοιλάδες που διασχίζονται από ρυάκια. Οι προνύμφες ζουν πολλούς μήνες στο νερό πριν την μεταμόρφωσή τους σε ώριμα άτομα, τα οποία είναι αποκλειστικώς εδαφόβια.

Το είδος ζει σε όλη την ορεινή περιοχή έως τα δασοόρια και αναπαράγεται στα ρυάκια της περιοχής που δεν έχουν μεγάλη κλίση και κλειστά πρανή ή έντονη ροή. Οι ποταμοί με την έντονη ροή δεν αποτελούν κατάλληλο ενδιαίτημα αναπαραγωγής ενώ η παρουσία του στα δάση κωνοφόρων είναι σπάνια. Σε σχέση με άλλες κοντινές περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας με φυλλοβόλα δάση και ρέματα με ομαλή ροή, οι πληθυσμοί του είναι χαμηλότεροι.

Λοφιοφόρος Τρίτωνας (Triturus cristatus)

Ζει σε στάσιμα βαθιά νερά με μεγάλη επιφάνεια. Είναι ο μεγαλύτερος σε μέγεθος και περισσότερο εξαρτώμενος από το νερό τρίτωνας  στην Ελλάδα. Σπάνια απαντά εκτός των υδάτινων μαζών όπου ζει. Τρέφεται με αυγά και προνύμφες άλλων αμφιβίων και με υδρόβια ασπόνδυλα. Είναι από τα πιό απειλούμενα είδη αμφιβίων λόγω του περιορισμού των μόνιμων βαθιών νερών και της ρύπανσης.  Γεννά αυγά μεταξύ Μαρτίου και Μαΐου.

Αλπικός Τρίτωνας (Triturus alpestris)

Στην Νότια Ευρώπη ζει σε αλπικές λιμνούλες αλλά και σε μόνιμους νερόλακκους χωρίς πολύ βλάστηση στην υψηλή ορεινή ζώνη. Απαντά πάντα μέσα στο νερό ή σε υγρές θέσεις κοντά σ’ αυτό. Τρέφεται με διάφορα υδρόβια ασπόνδυλα. Ξεχειμωνιάζει μέσα στο νερό ή κρυμμένος κάτω από πέτρες, ρίζες κλπ.

Βρέθηκε σε λίμνες όπως στην λίμνη Μουτσάλια στις Αρένες ( σε πολύ μεγάλους αριθμούς) και στην λίμνη Γράμμου και σε 13 άλλα σημεία (λιμνούλες, νερόλακκους και 6 δεξαμενές αντιπυρικής προστασίας) όπου συνυπήρχε με άλλα είδη και κυρίως τα T. vulgaris, B. variegata και R. graeca.

Κοινός Τρίτωνας (Triturus vulgaris)

Είδος που απαντά κυρίως στα μόνιμης χαμηλής ροής ρυάκια σε μεγάλο εύρος υψομέτρων, σε σημεία με υδρόβια βλάστηση. Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί σε στάσιμα νερά. Βρίσκονται κυρίως σε μέρη που σκιάζονται μερικώς, αποφεύγοντας τα πολύ σκοτεινά ή ανοικτά σημεία. Τρέφονται με προνύμφες εντόμων και άλλων ασπονδύλων, αυγά βατραχιών, σκουλήκια κλπ.. Γεννά αυγά εντός του νερού, σε σημεία με στάσιμα ή χαμηλής ροής νερά μεταξύ Μαρτίου και Ιουνίου. Βρέθηκε σε ορισμένα ρυάκια και σε μόνιμα νερά όπως λιμνούλες, νερόλακκοι και δεξαμενές αντιπυρικής προστασίας αλλά και σε ορισμένες περιστασιακές λιμνούλες. 

Μεσογειακή χελώνα (Testudo hermanni)

Χερσαίες φυτοφάγες χελώνες. Ζουν σε ανοικτές εκτάσεις και ξέφωτα δασών. Εναποθέτουν τα αυγά τους σε κοιλότητες που σκάβουν σε ανοικτές ηλιόλουστες εκτάσεις όπως είναι τα βοσκοτόπια, οι εγκαταλειμμένες καλλιέργειες και τα μεγάλα ξέφωτα των δασών. Η δάσωση των ανοικτών εκτάσεων τους στερεί χώρους για διατροφή και εναπόθεση αυγών. Η διατήρηση των ηλιόλουστων υπαρχόντων ανοιγμάτων στα φυλοβόλλα και μικτά δάση με την χρήση βόσκησης ή κοπής χόρτων είναι απαραίτητη για την διατήρηση του είδους.

Το είδος αποτελεί πηγή τροφής για την αρκούδα. Αποτελεί επίσης σημαντική τροφή για τον χρυσαετό σύμφωνα με τροφικές αναλύσεις σε άλλες περιοχές για το είδος. Διαπιστώθηκε η ύπαρξή του στα χαμηλότερα υψόμετρα και κυρίως στα ανοίγματα των δρυοδασών. Το μεγαλύτερο υψόμετρο που εντοπίστηκε ήταν στα 1100 μ στον νότιο Γράμμο.

Πηγή:

Μπούσμπουρας Δημήτρης (Συντονιστής-Υπεύθυνος Σύνταξης) 1999. Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη για την περιοχή Γράμμου και Δ. Βοΐου. Αρκτούρος, ΥΠΕΧΩΔΕ, Υπ. Γεωργίας, Ευρωπαϊκή Ένωση Γεν. Διευθ. ΧΙ. Θεσσαλονίκη. Τόμος Α σελ. 324, Τόμος Β σελ. 156, Τόμος Γ σελ. 78 παραρτήματα, χάρτες GIS, φωτογραφίες.